Γράφει η Ειρήνη Ταχατάκη

5ο μέρος

Ολοι οι κατακτητές της Κρήτης, από τους Ρωμαίους, Σαρακηνούς και Ενετούς, μέχρι Οθωμανούς, πάντοτε είχαν μπροστά στα άπληστα μάτια τους τη μεγάλη πανέμορφη πεδιάδα της Μεσαράς. Επι Ρωμαίων η Γόρτυς, έγινε το περίλαμπρο κέντρο της αριστοκρατίας των Ρωμαίων αποίκων στην Κρήτη. Το ίδιο έγινε και επί Σαρακηνών.

Επι Ενετών ήσαν κι άλλες επαρχίες γεμάτες με Ενετούς ευγενείς και τιμαριούχους αλλά πιο πολύ η επαρχία Μονοφατσίου που πήρε το όνομα από το οχυρό φρούριο που έκτισαν εκεί προς τιμήν του μαρκησίου του Μονφεράτου Βονιφατίου.

Μετά την οθωμανική κατάκτηση, όχι μόνο οι επιδρομείς αγάδες και μπέηδες όρμησαν σ’ αυτήν, αλλά και οι πλούσιοι Ενετοί που είχαν απομείνει, για να μη χάσουν την κοινωνική και πολιτική τους θέση, προτίμησαν να αρνηθούν θρησκεία και εθνισμό και γίνανε οι θερμότεροι οπαδοί του Κορανίου με θρησκοληψία πραγματική. Οι δε ντόπιοι γίνανε φαμέγοι και δουλοπάροικοι. Κανείς δεν τολμούσε να συλλάβει την ιδέα να αντιταχθεί στους πυργοδεσπότες που είχαν μεγάλη δύναμη και μόνο ο ήρωας Λόγιος τόλμησε τα αδύνατα, όπως ήταν σπουδαίος από την εφηβική του ηλικία.

Από το βιβλίο του Βασιλ. Ψιλάκη “Ιστορία της Κρήτης”, μαθαίνομε ότι ο Λόγιος καταγόταν από το Ζαρό αλλά όπως πιστεύουν πολλοί, γεννήθηκε στο παρακείμενο χωριό Αγιος Θωμάς όπου υπηρέτησε ιερέας ο πατέρας του. Μας λέγει ακόμη ότι από ‘κει καταγόταν ο πολυπαθής και πολύπειρος Καλομαράς και η οικογένεια των Λιμπριτων. Ο πατέρας του Λόγιου Ιωάννης, εφημέριος του χωριού ήταν από την έγκριτη οικογένεια Βαρούχα, ήξερε πολλά εμπειρικά γιατροσόφια και τον έλεγαν Παπαθωμάκη.

Ο Λόγιος γεννήθηκε το 1781 και διδάχτηκε τα γράμματα από τον πατέρα του και το θείο του Δημήτριο. Εγινε σπουδαίος και από τις πολλές γνώσεις του επωνομάστηκε Λόγιος.

Παντρεύτηκε κόρη από πλούσια οικογένεια, την Ειρήνη και απόκτησαν παιδιά, του ήταν όμως αδύνατον να ησυχάζει, και να ανέχεται τις ανοσιουργίες κατά των ομογενών του από τους γενίτσαρους και ιδίως από τους γείτονες Αξεντιανούς. Εμαδάρωνε λοιπόν στα όρη κατά την έκφραση των εγχωρίων, δηλ. ζούσε στα βουνά για επιδρομές κατά των τυράννων. Αιτία έγινε το ότι εράβδισε κάποιο βοσκό του και οι Τούρκοι ορκίστηκαν να τον σκοτώσουν. Τον πολιόρκησαν στο σπίτι του αλλά διέφυγε από κάποιο παράθυρο και μαζί με άλλους κατέλαβε τις οχυρές θέσεις προς τις Αμουργέλλες και μαζί με τους αδερφωχτούς του συντρόφους εκδικούνταν για τις ατιμώσεις και τις ύβρεις των γενιτσάρων της Μεσαράς και ιδίως του Μονοφατσίου.

Στον Αγ. Ιωάννη Πυργιωτίσσης ήταν ο αιμοσταγής αγάς Αγριολίδης με πολλούς οπαδούς και ο Λόγιος ήθελε να καθαρίσει την περιοχή, πράγμα δύσκολο, διότι δεν είχαν εφόδια και όπλα. Τόλμησε λοιπόν να μπει στη φωλιά των κακούργων στο Αξέντι. Κατόρθωσε να μπει σε ένα από τα σπίτια τους και ενώ οι ένοικοι κοιμούνταν, ξεκρέμασε από τους τοίχους όλα τα όπλα, τα πήρε και ξαναγύρισε στον τόπο διαμονής του. Εκπληκτος έμεινε το πρωί ο αγάς όταν είδε να λείπουν τα όπλα. Αλλά πήρε και γράμμα από το Λόγιο που του έγραφε ότι χρειάζεται και μπαρούτι για να τα χρησιμοποιήσει, μα και τροφές, ρούχα, παπούτσια και τον παρακαλούσε να του τα στείλει σαν αμοιβή που δεν τον σκότωσε, ούτε τους οικείους του. Του τα πήρε πραγματικά και αυτά άγνωστο πως και άρχισε τις πολεμικές του εργασίες. Πρώτα σκότωσε τον άγριο γενίτσαρο Μώμολο που τόλμησε να πάει στον Αγιο Θωμά με ένα απώτερο σκοπό, να οργιάσει και να επιδείξει παλικαροσύνη. Ο Λόγιος προλαβαίνει και πιάνει τις θέσεις “Γράδες” πάνω από τη Μεγ. Βρύση. Ορμά, τον αφοπλίζει, τον σκοτώνει μαζί με τον υπηρέτη του και τον ρίχνει σε ένα ρυάκι που από τότε ονομάζεται “του Μώμολου το ρυάκι”. Μετά πήγε στην παρακείμενη λοφοπλαγιά στο τουρκοχώρι Αξέντι, όπου εξόντωσε όλη την οικογένεια ενός πρωτοεσπέχη. Τόσο πολύ τρόμαξαν από τους αιφνιδιασμούς του οι κάτοικοι, ώστε σκόρπιζαν στάχτη στις αυλές τους και μετά κλειδώνονταν νωρίς για ύπνο. Το πρωί κοίταζαν μήπως υπάρχουν στην αυλή τα ίχνη του ατρόμητου ήρωα.

Τη μεγαλύτερη όμως δράση την έδειξε κατά το 1810, όταν από το Ηράκλειο έγινε προσπάθεια να τον συλλάβουν και αυτόν και την “πατούλια” του, την ομάδα του δηλαδή.

Κάποτε ο γυναικάδελφός του Κοσμαδάκης έτυχε να φιλοξενήσει το Μουσταφά Τζιναλάκη από το Αξέντι μαζί με την Αγά Καδίνη τη γυναίκα του. Τόσες λοιπόν ήταν οι περιποιήσεις του Κοσμαδάκη, ώστε ο Αγάς ένιωσε την ανάγκη να τον παινέσει κι αυτόν και τη νοικοκυροσύνη της γυναίκας του Κοσμαδάκη και να κατηγορήσει τη δική του σύζυγο σαν ακατάστατη. Ζήλεψε τρομερά η Αγά Καδίνη και σκέφτηκε να καταστρέψει τον Κοσμαδάκη. Κάλεσε λοιπόν το γιο της το Δερβίση και του λέει να τον σκοτώσει αν θέλει να έχει την ευχή της. Εκείνος πήγε στο σπίτι του Κοσμαδάκη και του ζήτησε να πιουν μαζί ένα ποτήρι κρασί. Ενώ λοιπόν συζητούσαν, πυροβολεί τον Κοσμαδάκη. Ο διπλανός του Δερβίση πρόλαβε και του μετακίνησε το χέρι κι έτσι η σφαίρα έπληξε καίρια τον Κοσμαδάκη, που έπεσε ευθύς κάτω άπνοος.

Οι χριστιανοί ταράχτηκαν, ο δε Λόγιος θύμωσε και ορυόμενος αναζητούσε το Δερβίση. Τον πρόλαβε στη Μεγάλη Βρύση την ώρα που ζητούσε από τον ιερέα το μουλάρι του για να πάει στο Ηράκλειο. Ηθελε να του επιτεθεί μα ο ιερέας τον παρακάλεσε με ένα νεύμα να μην τον πειράξει στο σπίτι του. Φεύγει λοιπόν και σε λίγο εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά στο Δερβίση στη θέση “Κακαβά” κάτω από ένα πλάτανο και του λέει: “Ο γουρ ολά Δερβίς αγά”. Αμέσως τον πυροβολεί, του κόβει το κεφάλι και το στέλνει στη γυναίκα και την πεθερά του και γυρίζει στο λημέρι του.

Οι Αξεντιανοί Τούρκοι μόλις το έμαθαν ειδοποίησαν τον πασά του Ηρακλείου που έστειλε 600 γενίτσαρους να πιάσουν το Λόγιο. Δεν τον βρήκανε, αλλά του κάψανε το σπίτι και πήρανε 12 συγγενείς του αιχμαλώτους και τρεις από αυτούς απαγχόνησαν στο Ηράκλειο.

Εμαθε όμως ο Λόγιος ότι ο πατέρας του Δερβίση ο Τζιναλης ήταν στον Αγιο Θωμά με οκτώ γιολδάσηδες στο σπίτι του φίλου του Σελήμ αγά. Νύχτα λοιπόν, ο Λόγιος, κατεβαίνει οπλισμένος, μπαίνει στο σπίτι, ανάβει το λύχνο και βλέπει να κοιμούνται. Δυο ξυπνήσανε, αλλά τους απείλησε με μαχαίρι να μη μιλήσουν. Βρίσκει τον καταζητούμενο Τζιναλή και τον πυροβολεί στο κεφάλι μπροστά στα έκπληκτα μάτια των δικών του. Τότε πια όλοι οι Τούρκοι τον θεώρησαν υπεράνθρωπο και άτρωτο. Λέει μάλιστα κάποια παράδοση, ότι ο μητροπολίτης Ηρακλείου έλαβε την εποχή αυτή ένα κιβώτιο από το Λόγιο. Το άνοιξε και βρήκε μέσα κεφάλια Τούρκων και μια επιστολή του Λογίου που έλεγε: “Ολίγα άνθη της ελευθερίας στη Σεβασμιότητά Σου”. Τρόμος έπιασε το μητροπολίτη μα κράτησε εντελώς απόρρητο το συμβάν αυτό.

Ενας όμως ισχυρός γενίτσαρος από τους φοβερότερους της Κρήτης, ο Ιμπραήμ Αγάς Αγριολίδης, μήνυσε στο Λόγιο ότι ήθελε να συναντηθούν και του απάντησε ότι θα γίνει. Ενθαρρυνόμενος από τους Κουρμούληδες επεχείρησε αυτή την εκδρομή που έμελλε να είναι η τελευταία του. Ενας θερμός πατριώτης, ο Νικολουδομανώλης από το χωριό Πετροκεφάλι, οδήγησε τη νύχτα το Λόγιο στο σπίτι ενός πατριώτη του Γ. Σερβολή που τον συνάντησαν να τρέχει σαν αστραπή για να πάνε μαζί με το Λόγιο να εξοντώσουν τον Αγριολίδη και την παρέα του.

Παίρνουν μαζί κι ένα άλλο πατριώτη το Μαυροζαχάρη από το χωριό Καμηλάρι. Γύρευαν να βρουν και κάποιο προδότη (τσασίζη) για να τους διευκολύνει πληρώνοντάς τον αδρά. Βρήκαν τον αράπη του Αγά και του υποσχέθηκαν την ελευθερία του και ίσα λάφυρα αν τους βοηθούσε. Εκείνος υποσχέθηκε πως θα τους βοηθούσε μα δεν τον πολυπίστεψε ο Λόγιος που λέγει στους άλλους: “Δεν πρέπει μωρέ να του θαρρευτούμε γιατί έχει μαύρη μούρη”. Δεν του είπαν όμως ότι είναι χριστιανοί αλλά αγάδες Τούρκοι, αντίπαλοι του Αγριολίδη. Πράγματι ο αράπης δεν ήταν της εμπιστοσύνης. Πήγε στον αφέντη του και του λέει: “Αγά μου καμπόσοι άλλοι αγάδες θέλουν να τωσε κάμω “τσατσελίκι” (δηλ. προδοσία) μόνο να ‘χεις τ’ αμέντε σου (δηλ. να προσέχεις)”. Ο Αγριολίδης όμως πονηρεύτηκε και του κάνει: “Οϊ μωρέ αράπη, δεν είναι αγάδες μόνο είναι ο Λόγιος και φέρε τονε την τάδε βραδυνιά και πε του πως είμαι μεθυσμένος από ζεύκι ολημερνό...”

Φτάνει ο Λόγιος με τους άλλους στο κονάκι του Αγά και ανεβαίνει τη σκάλα μα βλέπει έκπληκτος όπλα στη σειρά και πολλούς να κοιμούνται.

“Προδοσία” σκέφτεται, ενώ ακούει τον αράπη, να φωνάζει το σύνθημα “Αγά, Αγά”. Ο Λόγιος ευθύς πυροβολεί τον αράπη και τον σκοτώνει. Αναστατώνονται όλοι, μπαλοτοκοπούν, πληγώνεται καίρια ο Λόγιος στο μηρό, μεταφέρεται από άλλους κάπου μακριά αλλά από την ακατάσχετη αιμορραγία παραδίδει την ψυχή του στον Πλάστη το Μάιο του 1811. Από τις σταγόνες του αίματός του, τον βρήκαν οι εχθροί.

“Μες στη Φαλαντριανή κορφή οπού ‘ταν το σπαρμένο εκεί τον επαράβλεπαν δυο μέρες το καημένο...”

Οι Τούρκοι του έκοψαν το κεφάλι και το έφεραν στο Ηράκλειο για κοινή θέα όπως συνήθιζαν και το κρέμασαν στον πλάτανο κοντά στο Βαλιδέ Τζαμί, το δε σώμα του το κρέμασαν σε μια αχλαδιά (Η αχλαδιά του Λογίου), που οι χριστιανοί τη θεωρούσαν ιερή. Ενας Οθωμανός τον ξεκρέμασε και τον έθαψε στη θέση “Ταράτσες” γιατί κάποτε λέει ο Λόγιος σα γιατρός του είχε σώσει τη ζωή! Ισως όμως να ήταν και Τουρκορωμιός δηλ. κρυπτο-χριστιανός.

Ετσι τελείωσε η ζωή του γενναίου ήρωα Λογίου που αν ζούσε μερικά χρόνια ακόμα θα γινόταν από τους επιφανέστερους ήρωες του αγώνα. Το τέλος του ήταν το συνηθισμένο των ηρώων εκείνων που δεν πέθαιναν στο κρεβάτι τους ποτέ, όπως μαρτυρούν οι στίχοι:

“Μοίρα το μοιροχάρτι σου

εσύ το ‘χεις γραμμένο

στο στρώμα να μη ξεψυχά

ποτέ αντρειωμένος.

Για τούτο και ο Λόγιος

τ’ όμορφο παλικάρι

οπού ‘βλεπε τη Μεσαρά

σαν το καλό λιοντάρι

οπού ΄τονε καλό παιδί,

καλογραμματισμένο

αλάργο από το στρώμα του

σκοτώθη το καημένο”.

Τέλος