Του Κωστή Λαγουδιανάκη

Ανάβλεμμα στο πόρτεγο θωρεί κι αποθαμάζει

κι αναγαλιά ωστοσεσάς χαρές που δικιμάζει.

Εκειά θωρεί τη μαστοριά του μαραγκού τεχνίτη

στο ν-τοίχο απάνω κρέμεται το ξόμπλι του καρφίχτη.

Φωτογραφίες του σογιού στσι τοίχους , στσι κορνίζες

θυμούνται τη δικολογιά και του σογιού τσι ρίζες.

Στσι τοίχους ανακατερά τα γέρα και η νιότη

φωτογραφία τση τιμής εί’ γ-και του στρατιώτη.

Εκειά στο ν-τοίχο χωνευτό θωρεί και το ντολάπι

και σύντοιχα κιαμιά βολά θωρεί και σταμνοτάτη.

Ντολάπι κρασοπότηρα και τση ρακής γεμάτο

και για κουταλοπήρουνα είναι νοικοκεράτο.

Έχουνε και χερόμυλο τα κρητικά τα σπίθια

κι αλέθει τσι ονοστιμιές, του φτάζυμου ροβύθια.

Στο ν-τοίχο του το πόρτεγο, κι αρά και πού η καμάρα

εκειά κονεύγει τη χοντρή γ-ή την ψιλή κνισάρα.

Σε μια γωνιά του πόρτεγου κι ένα πιθάρι λάδι

και κοφινίδα καύκαλα, ντάκους και παξιμάδι.

Το πόρτεγο έχει ζωή καματερή και σκόλη

εκειά ο στερνός ο χωρισμός, εκειά το νυφοστόλι.

Στη μ-πόρτα ντου το πόρτεγο στελιώνει τα ρουκούνια

στο στένος του για το σοφά στελιώνει τα σκαλούνια.

Έχει σοφά το πόρτεγο τση φαμελιάς ραέτι

κι απού νυστάξει κάθ’ αργά εκειά πάει και θέτει.

Τη μ-πλάνια και το μαραγκό έχει ο σοφάς για φίλο

τη σκάλα και αλάκερο σασμένο έχει το ξύλο.

Είναι και σπίθια μερδικά μ’ αλλής λοής οντάδες

απού σκαλούνια πέτρινα σκαλώνου στσι σοφάδες.

Φαντό και ξόμπλι αργαστηριού μαζώνει συχαρίκια

απάνω στο σοφά κρεμά χάρες στα παρμακλίκια.

Τα τρίποδα είναι εκειά,εί’ ντου σοφά τα μπράτη

να σάσουνε τη στρωμαθιά,του ύπνου το κρεβάτι.

Στρώματα και προσκέφαλα τα φαίνει το λινάρι

κι ο ύπνος τση αναπαής εκειά έχει τα θάρρη.

Χόρτα ξερά γεμώνουνε τα στρώματα ορπίδες

για τη θεσούρα μαλακά με μάζες κι αλευρίδες.

Η αθομαντήλα στο σοφά με τη μπουγάδα πράσσει

μες στο μπουγαδοκόφινο ρούχα μοσκοφυλάσσει.

Η ανυφαντού κι οι κόποι τζη είναι στο άμε κι έλα

φυλάσσουνε τ’ αργαστηριού τα γέννα στη γ-κασέλα.

Μπόλιες και περαματιστά,κιλίμια και ντρουβάδες

του γάμου ανημένουνε ν’ ακούσουν μαντινάδες.

Το εικονοστάσι στη γωνιά σταυρούς στσ’ αγίους κάνει

στερεύγει καλορίζικα,του γάμου το στεφάνι.

Μια πορτοπούλα του σοφά βγάνει οθέ ντο δώμα

κι οι κάψες του καλοκαιριού θέτουν εκειά το στρώμα.

Τη σκάλα του σοφά εδά η μαθιά μας κατεβαίνει

το μουτουπάκι ’ν’ ανοιχτό και μέσα εκειά μπαίνει.

Γεύγεται η ονοστιμιά του φαϊτού κανάκι

και προπατεί και κάθεται μέσα στο μουτουπάκι.

Το μουτουπάκι του σπιθιού μαγεροτσικαλιάζει

συφάμελη δικολογιά τρώει και δικιμάζει.

Ραέτι κάνει μια γωνιά, δίδει το μουτουπάκι

θένε τα μαγερέματα να σάσουνε το τζάκι.

Η παραστιά,η παρασθιά,η παρασιά τοπώνει

το μαγερεύγει το φαΐ,την εργασά πυρώνει.

Ζερβά-δεξά η παρασιά χτίζει τσι παραστάτες

και προπατεί ο πυρόμαχος τση παρασιάς τσι στράτες.

Τ’ ανελαμπίδι η φωθιά στη μ-παρασιά θα βάλει

και περαζούμενα φαγιά στένουνε το τσικάλι.

Τση μυρωδιάς,τσ’ονοσιμιάς εσίμωσε η γι-ώρα

ξινόχοντρο με χοιρινό γεμώνει η μοσόρα.

Η στάκα και οι μυρωδιές τρυπούνε ντα τ’αρθούνια

ο αθότυρος τα σκιουφιχτά πλάθει τα μακαρούνια.

Βρουβόπιτες,χυλόφιτες,σφουγγάτο και μαγγίρι

και οι χερομυλόπιτες χορό στο πανεγύρι.

Του εδικού,του γείτονα,σκουτελικά γεμάτα

γαρδούμια,ρίφι,σύγλινα,αίγα με τη ντομάτα.

Νερόπιτες,μυζηθρόπιτες,μέλι και πετιμέζι

και οι μπουμπουριστοί χοχλιοί στρώνουνε το τραπέζι.

Βλίτα,ασκολύμπροι,αβρωνιές,στρούφιγκας,σκορδουλάκοι

χοληστερίνη δε θωρεί ποτές το μουτουπάκι.

Θυρίδες δυο τση παρασιάς κάνουνε το σεΐρι

η μια ’χει τσικαλόπανα κι η γι-άλλη το απύρι.

Τ’ απύρι πλήσα συντρομή τση παρασιάς τση δίδει

και φουναρίζει τη φωθιά με το ανελαμπίδι.

Τα τσικαλόπανα στ’ αφθιά βαστούνε το τσικάλι

και σβήνουνε τη λάβρα ντου,δε γ-καίει ένα ψιχάλι.

Τσούκος κομμένος έρχεται στη μ-παρασιά να κάτσει

να σάσει το αλατσερό,να βάλει μέσα αλάτσι.

Αμπράτη κι άλλα κάνουνε χρεία στο μουτουπάκι

το λαδικό στη μ-παρασιά είναι το μουζουράκι.

Το μουζουράκι του λαδιού μισή οκά ’χει χάρη

και δράμια μια μ-πενηνταρά βάνει το πενηντάρι.

Σιμώνει και ο άρτικας,στη μ-παρασιά σιμώνει

με το σκαμνί ντου εκειά κοντά τα χέρια ντου πυρώνει.

Ψηλά-ψηλά στη μ-παρασιά ξύλινη βέργα ρίζει

λουκάνικα οντέ δα ’ρθεί η γι-ώρα τα καπνίζει.

Ομπρός κι απάνω παρασιάς τόπος δε μ-πάει στράφι

τζακόταβλα ραίνει εκειά και του τζακιού το ράφι.

Σίγλες,σιντεροτσίκαλα,απάνω εκειά βάνει

και το σιντεροχάβανο,το ξύλινο χαβάνι.

Ο χασές και το τζακόπανο κι η αντέλα του μορφίζει

σαν έχεται στση παρασιάς στο ράφι και κουμπίζει.

Στο μουτουπάκι του σπιθιού θωρείς το σταμνοστάτη

και τα σταμνιά με το νερό βρίνουν εκειά ραχάτι.

Το σπίτι τ’ αλλοτεσινό δεν έχει μέσα βρύση

το σταμνοστάτη για κειονά ο μάστορας δα χτίσει.

Από τη βρύση του χωριού νερό σκώνουν οι ώμοι

στο μουτουπάκι το νερό το φέρνει το προσώμι.

Ο σταμνοστάτης γούργουθα για το σταμνί ντου έχει

και στέκει ορθό,πασίχαρο,για κείνο «πέρα βρέχει».

Το σταμναγκάθι του σταμνιού το μ-πόρο-πόρο φράσσει

και μυγιαλούδι στο νερό ποτές δε διαφαλάσσει.

Στο μουτουπάκι η νυχθιά φέρνει το φως χαέρι

φέρνει το φως του λύχνου ντου,φέρνει το γ-καντηλιέρη.

Ο λύχνος με το λάδι ντου μπαμπακερό ’χει φτίλι

το ξεπασουλιστήρι ντου κι η φλόγα είναι φίλοι.

Κουτάλια,πιάτα έχουνε στο ν-τοίχο συναλίκι

αντάμι κουσουμάρουνε μέσα στη μ-πιατοθήκη.

Στο μουτουπάκι ο τοίχος του δίδει κι άλλη αγίδα

από τα’ αφθιά τζη κρέμεται κι η πετρολεκανίδα.

Στο μουτουπάκι δένουνε οι σπάγοι τα δοκάρια

κι έρχεται η καλαμωτή με τα καλά χαμπάρια.

Γεμώνει η καλαμωτή τυροκομιού μαξούλια

με αθοτύρους,με τυριά,ξεραίνει τυροζούλια.

Το μουτουπάκι τση γιαγιάς θυμούμαι και τη στάκα

τη μυρωδιά που φώνιαζε: «στο μουτουπάκι γλάκα».

Το πόρτεγο με τσ’ αποκρές η θύμηση ξυπνά το

και τση γιαγιάς τσι μαγεργιές και το νοικοκεράτο.



ΓΛΩΣΣΑΡΙ

(η) αβρωνιά=άγριο, φαγώσιμο πικρό χορταρικό (η) αγίδα= η βοήθεια (η) αθομαντήλα= το ύφασμα με το οποίο σκεπάζουν το μπουγαδοκόφινο αλάκερος= ολόκληρος (το) αλατσερό= το δοχείο για το αλάτι αλευρίδες και ανεβρίδες= θάμνος με λεπτούς βλαστούς που ξεραίνονταν και γέμιζαν τα στρώματα αλλής λοής= διαφορετικά (το) ανάβλεμμα= το βλέμμα, η ματιά αναγαλιώ= ευχαριστιέμαι ανακατερά= ανάμεικτα (η) αναπαή= η ξεκούραση (το) ανελαμπίδι= τα ξερά ξύλα για το προσάναμμα αντάμι= μαζί (η) αντέλα= η δαντέλα αρά και που= σπάνια (το) αρθούνι= το ρουθούνι (ο) άρτηκας= θάμνος του οποίου ο ξυλώδης βλαστός κατασκευάζει σκαμνιά βρίνω= βρίσκω γεμώνω= γεμίζω (τα) γέννα= τα δημιουργήματα (τα) γέρα= τα γειρατειά γεύγομαι= δοκιμάζω γλάκα= τρέχα (ο) γούργουθας= εσοχή βράχου γεμάτη νερό, κοιλότητα διαφαλάσσω= συχνάζω δικιμάζω= δοκιμάζω (η) δικολογιά= οι συγγενείς μου (το) δράμι= υποδιαίρεση (1/400) της οκάς εδικός= συγγενής (η) εργασά= το δυνατό κρύο (τα) θάρρη= το θάρρος, η εμπιστοσύνη θένε= θέλουν (η) θεσούρα= κατάλληλο μέρος για ξάπλωμα θέτω= ξαπλώνω (η) θυρίδα= εσοχή τοίχου κάθ’ αργά= κάθε βράδυ (τα) καλορίζικα= τα αποξηραμένα λουλούδια του επιταφίου (η) καματερή= η καθημερινή (το) κανάκι= το χάηδεμα (ο) καντηλιέρης= ο λυχνοστάτης με χοντρή ξύλινη βάση και κάθετο σ’αυτή σανίδι με τρύπες κατά διαστήματα,για να στερεώνεται ο λύχνος (το) καύκαλο= το πάνω (πανωκαύκαλο) ή το κάτω (κατωκαύκαλο) μέρος της κριθαροκουλούρας που έχει παξιμαδιαστεί (ο) καρφίχτης= ο καθρέπτης κονεύγω= φιλοξενώ κουμπίζω= ακουμπώ κουσουμάρω= συναναστρέφομαι (η) κοφινίδα= το πλεχτό μαγάλο κοφίνι στο οποίο φυλάσσεται το παξιμάδι (η) λάβρα= η μεγάλη ζέστη, η φλόγωση (το) μαγκίρι= παλιό σπιτικό ζυμαρικό μαγεροτσικαλιάζω= μαγειρεύγω (η) μάζα= θάμνος με τον οποίο γέμιζαν τα στρώματα (βλ.αλευρίδες) (το) μαξούλι= η σοδειά μερδικοί= μερικοί μορφίζω= ομορφαίνω (η) μοσόρα= μεγάλη πήλινη λεκάνη (το) μουζουράκι= το πήλινο δοχείο του λαδιού (το) μουτουπάκι= η κουζίνα (το) μπουγαδοκόφινο= το κοφίνι στο οποίο φυλλάσονται τα πλυμμένα ρούχα της μπουγάδας (τα) α-μπράτη= τα σκεύη, τα έπιπλα (το) μυγιαλούδι= κάθε λογής μικρό έντομο (το) νοικοκεράτο= η νοικοκυροσύνη (ο) ντάκος= κομμάτι παξιμαδιασμένου ψωμιού (το) ντολάπι= το ντουλάπι (το) νυφοστόλι= το στόλισμα της νύφης (το) ξεπασουλιστήρι=μικρό ξύλο με το οποίο ξεπασούλιζαν(ξεσκάλιζαν και τακτοποιούσαν) το λύχνο (η)οκά= παλαιά μονάδα μέτρησης βάρους (1282 γραμ.) (η) ονοστιμιά= η νοστιμιά (η) ορπίδα= η ελπίδα (η) παραστιά=εστία φωτιάς, το τζάκι (τα) παρμακλίκια= τα ξύλινα κάγκελα του οντά πασίχαρος= ολόχαρος, περιχαρής (το) πενηντάρι= το δοχεί μέσα στο μουζουράκι με χωρητικότητα πενήντα δράμια περαζούμενος= περασμένος (το) πετιμέζι= παχύρευστο σιρόπι φτιαγμένο από μούστο (η)πλάνια= η πλάνη του μαραγκού (ο) πόρος= η είσοδος (η) πορτοπούλα= η μικρή πόρτα προπατώ= περπατώ (το) προσκέφαλο= το μαξιλάρι (το) προσώμι= στενόμακρο υφαντόπου μπαίνει διπλωμένο στο νώμο για ναμεταφερθεί το γεμάτο με νερό σταμνί (ο) πυρόμαχος=η πυροστιά,η εστία μαγειρέματος πυρώνω-ώνομαι= πλησιάζω τα χέρια μου στο τζάκι για να τα ζεστάνω,θερμαίνομαι (το)ραέτι=η προσφερόμενη περιποίηση και φιλοξενία προς τον επισκέπτη ραίνω=τριγυρίζω ρίζω=εξουσιάζω (το)ρίφι=το κατσικάκι,ερίφιον (το)ρουκούνι=πελεκημένη πέτρα σάζω=κατασκευάζω (το)σεΐρι=το θέαμα,η διασκέδαση (η)σίγλα=μεγάλο χάλκινο δοχείο για τυροκομική ή ψήσιμο των φαγητών του γάμου (το)σκαλούνι=το σκαλοπάτι σκαλώνω=σκαρφαλώνω,ανεβαίνω σκιουφιχτά μακαρούνια=στριφτά μακαρόνια από ζυμάρι (η)σκόλη=η αργία,η εορτή (ο) σκορδούλακας= ο βολβός (το)σκουτελικό=το φαγητό που προσφέρεται(μέσα σε σκουτέλι)στο γείτονα,στο συγγενή,στο φίλο (ο)σπάγος=ο σπάγγος (η)στάκα=τυροκομικό έδεσμα που παράγεται από το υπόλοιπο του αθόγαλου μετά την αφαίρεση του βούτυρου (ο)σταμνοστάτης=ειδικός χώρος στην κουζίνα με διαμορφωμένη κοίλη βάση για να τοποθετείται το σταμνί στελιώνω=τοποθετώ (το)στένος=η στενή πλευρά του δωματίου στένω το τσικάλι=μαγειρεύω στερεύγω=φυλάσσω στράφι=άδικα (ο)στρούφιγκας=ο στίφνος (τα)σύγλινα=χοιρινό κρέας συντηρημένο στο λίποςτου (γλίνα) (το)συναλλήκι=η κοινωνική συναλλαγή συφάμελη=με όλη την οικογένεια τοπώνω=επισημαίνω,εντοπίζω το κατάλληλο μέρος (ο)τσούκος=το φλασκί (το)τυροζούλι=μικρό σπιτικό τυρί που κατασκευάζει ο τυροκόμος από τα υπολεείμματα των τουπιών ζουλώντας με τα χέρια του (το)τυροκομιό=τα τυροκομικά προϊόντα φουναρίζω=καίγομαι με μεγάλη φωτιά όπως αυτή της φουνάρας φράσσω=κλείνω,εμποδίζω,φράζω (το)χαβάνι=το γουδί (το)χαέρι=η προκοπή,η ωφέλεια (η)χερομυλόπιτα=πίτα ψημένη στο τηγάνι από στάρι που έχει αλεστεί στο χερόμυλο χρεία=ανάγκη χωνευτό=εντοιχισμένο ψιχάλι=ελάχιστο,καθόλου ωστοσεσάς=τόσες πολλές

E-mail:[email protected]