Της Ειρήνης Ταχατάκη

Α’ μέρος

Μετά την επανάσταση του Δασκαλογιάννη στα Σφακιά και μέχρι την εθνεγερσία του 1821, ο τουρκικός ζυγός στην Κρήτη ήταν πολύ βαρύτερος και περνούσε κάθε άλλη ελληνική περιοχή.

Οι Τούρκοι απέβλεπαν στο να μην αφήνουν τους ντόπιους να επαναλαμβάνουν τους μακραίωνους αγώνες τους και συν τω χρόνω να γίνει η Κρήτη μουσουλμανική και να αποτελέσει μέσα στο Αρχιπέλαγος προπύργιο της Ισταμπούλ στο Νότο. Σποραδικούς όμως ξεσηκωμούς τολμούσαν συχνά μερικοί γενναίοι Κρήτες, μα αυτά οι τύραννοι τα θεωρούσαν “παρεκτροπές διεφθαρμένων παιδιών”. Δεν τους επέβαλαν όμως καταστροφές και γενοκτονίες, διότι δεν ήθελαν να χάσουν τα εργατικά χέρια, επειδή ύστερα θα ήσαν αναγκασμένοι να δουλεύουν οι ίδιοι αν έφευγαν από τη μέση οι “ραγιάδες”, δηλαδή “οι κτηνώδεις αγέλες” όπως τους αποκαλούσαν και οι φαμέγοι-υπηρέτες.

Ετσι η Πύλη ανακαλεί το Χατζή Οσμάν Πασά και στέλνει στο Ηράκλειο ανώτερο διοικητή και σερασκέρη, τον περιώνυμο Ρεσίτ πασά τον επιλεγόμενο Κιουτάγια ή Κιουταχή, από το Κοτυαίο της Μικρασίας. Ο αιμοσταγής αυτός διοικητής τοποθετεί στρατιωτική ομάδα, τους λεγόμενους “ξεκουκούλωτους”, στις επάλξεις της πόλεως των Χανίων και πυροβολούσαν συστηματικά τους χριστιανούς που έμπαιναν στην πόλη για υποθέσεις, έτσι για απλή άσκηση και διασκέδαση, δίχως να συγκινείται η Διοίκηση, οι δε πρόξενοι των Δυνάμεων αρκούνταν στο να κάνουν μόνο εκθέσεις. Κανείς λοιπόν δεν βοηθούσε στην περίπτωση αυτή ούτε ο σουλτάνος, ούτε η Ευρώπη και εκτός αυτού οι τύραννοι υποχρέωναν τους ρακένδυτους σκλάβους να φορούν μαύρη κουκούλα σαν δείγμα υποταγής. Εκείνοι βέβαια τη φορούσαν αλλά θεωρούσαν ότι είναι δείγμα πένθους και κακουχίας και μόνη ελπίδα είχαν τη θεία δύναμη και θεία δίκη για τιμωρία των τυράννων.

Την Κρήτη όμως, όσο μεγάλη σε έκταση κι αν ήταν, τη χώριζε η θάλασσα από την άλλη Ελλάδα, ήταν δηλαδή αποκομμένη. Δεν υπήρχαν για προστασία ούτε χωροφυλακή με μισθωτούς, ούτε οριοφύλακες (φύλακες συνόρων). Ετσι δημιουργήθηκαν οι άλλοι εθνοφύλακες του Γένους, οι Κλέφτες και οι αρματωλοί της Κρήτης που ορμούσαν ακάθεκτοι, ζητώντας εκδίκηση για τις ύβρεις και τα βάσανα της πατρίδας. Ετσι συμμερίζονταν την πικρία των ομογενών και ομοθρήσκων και έκαναν επιδρομές κατά των τυράννων. Τολμούσαν λοιπόν επιθέσεις όχι μόνο με λημέρια τα ασφαλή ψηλά βουνά αλλά και τα πεδινά μέρη, οπότε ο κίνδυνος ήταν πολύ σοβαρότερος γι’ αυτούς, γιατί μάχονταν μέχρι τελευταίας πνοής και φυσικά ουδέποτε σχεδόν πέθαιναν με φυσικό θάνατο. Από τα κρησφύγετά τους ορμούσαν ακάθεκτοι με τόλμη και ανδρεία και έφερναν πολλές ζημιές στους τυράννους μέχρι στη στερνή πνοή τους, γιατί πάντα προτιμούσαν το θάνατο από τη σκλαβιά και την ατίμωση όπως μας φανερώνουν οι στίχοι της εποχής:

“Παρά να πάω σα ραγιάς,

μουτής προσκυνημένος

καλλιά στη χέρα τ’ άρματα

το πασαλί ζωσμένος.

Να ‘χω μπηγμένο τουτονά

στου Τούρκου το στομάχι

όντας θα μου ‘ρθει η μπαλοτιά

κι ας λάχει όπου λάχει.

Φτάνει να ‘χω στα χέρια μου

πεντέξι οκτώ κεφάλια

στα κουτσοκέφαλα κορμιά

να πέσω αγάλια αγάλια...”

Αχώριστο σύντροφο και βοηθό είχαν το όπλο τους το πρώτο πράγμα που ο Κρητικός λαχταρούσε από τα παιδικά του χρόνια ν’ αποκτήσει με κάθε θυσία. Το πόση σημασία δίδανε στο όπλο το βλέπομε στους στίχους. (Για την αγορά του):

“Εις ένα λιόφυτο εκατό

(γρόσα)

εις το τουφέκι χίλια

να το θωρούν τ’ Αγαδικά

να ζώνουνται τα φίδια.

Να μην ορπίζουν μπλιό

να δουν κορίτσα σκλαβωμένα

παρά να δουν όπου στραφούν

τουφέκια σηκωμένα.

Να χαμηλώσει η μύτη των

ν’ αναγνωρίσουν Νόμο

να προπατήξουν κι αυτοί

εις του Θεού το δρόμο”.

Αλλοι στίχοι συμβουλεύουν:

“Των αντρειωμένων τ’ άρματα

δεν πρέπει να πουλιούνται

μα πρέπει να γυαλίζονται

στον τοίχο να κρεμούνται

να τα θωρούν οι άλλοι νιοί

να τα πομακαρώνουν

και τον αντίχριστο μ’ αυτά

πάντοτε να πλερώνουν”.

Ανέβαιναν λοιπόν στα ψηλά βουνά ή πήγαιναν στα δάση, τα φαράγγια και τις χαράδρες κι έκαναν βαρειά εκδίκηση στον κατακτητή, δίδοντας θάρρος πολύ στην καρδιά του σκλαβωμένου γένους. Οι Τούρκοι τους ονόμαζαν “χαΐνηδες” δηλ. αντάρτες και οι ντόπιοι τους ονόμαζαν “αδερφωχτούς”. Οταν όμως τους συλλαμβάνανε οι εχθροί, έβρισκαν μαρτυρικό θάνατο με “ανασκολοπισμό” (σούβλισμα) ή κρεμάλα στο τσιγκέλι με φριχτό θάνατο. Το έτος 1864 έδρασαν πολλοί αντάρτες στον πόλεμο μεταξύ Ενετών και Τούρκων.

Η δράση τους άρχισε από το Νομό Χανίων, ειδικά στην περιοχή της Σούδας. Μετά στους κάμπους, το Θέρισο, τους Λάκκους, τα Μεσκλά. Γνωστοί γίνανε: ο Μουτσογιάννης, οι Χάληδες, οι Γιαννάρηδες, οι Πρωίμηδες στην Ασή Γωνιά, δηλαδή γωνιά Ασήδων, ανταρτών κι είχαν το κρησφύγετό τους σε μια σπηλιά, το Χαϊνόσπηλιο.

Ο αρχαιότερος ήταν ο Μιχ. Βράχος από τα Σφακιά που έδρασε γύρω στα 1760 κι έπεφτε σα θύελλα στον εχθρό. Και μόνο με προδοσία έπεσε στα χέρια των τυράννων. Βρήκε φριχτό θάνατο με χτυπήματα. Η λαϊκή μούσα λέγει για την απαρηγόρητη μητέρα του:

“Σώπασε μάνα μου μην κλαις στάσου σαν παλικάρι

μα μπλιό σου δεν θα τονε δεις το γυιο σου το Μιχάλη”.

Αλλος ήρωας της εποχής ήταν ο Ιωάννης Μουτσάκης ή Μουτσογιάννης. Καταγόταν από τους Κάμπους Κυδωνίας.

Πολέμησε με ανδρεία κατά των εχθρών που τον κυνήγησαν, όμως κατάφερε να ξεφύγει στη Μικρασία. Μετά πήγε στη Σάμο στην αρχή της Ελληνικής Επανάστασης κι έλαβε ενεργό μέρος στον ιερό αγώνα. Οι Μουτσάκηδες που ζουν στην Αθήνα και τη Χαλκίδα, και κατάγονται από τη Σάμο είναι απόγονοι του Μουτσογιάννη.



Οι Χάληδες



Μια άλλη σημαντική τριάδα αγωνιστών είναι οι τρεις αδελφοί Χάληδες από το Θέρισο Κυδωνίας: Ο Βασίλης, ο Ιωάννης και ο Στέφανος. Εδρασαν μετά το 1800 αφού σπούδασαν όσο επέτρεπαν οι συνθήκες στα Χανιά. Κατά τη δράση τους έμεναν στις βόρειες Κλιτύες των Λευκών Ορέων. Εκαναν φοβερές επιδρομές κατά των σουμπάσηδων μουσουλμάνων.

Οι αγάδες είχαν επικηρύξει τις κεφαλές τους και τους έλεγαν “λοοταράχτες” και “μουζεβίρηδες” δηλ. σκανταλοποιούς. Το έργο τους υπήρξε σημαντικό διότι ως εγγράμματοι που ήσαν πρωτοστάτησαν στην προετοιμασία της επανάστασης στην Κρήτη που είχε αρχίσει πριν μισό αιώνα. Ο μεγαλομάρτυρας της Κρήτης Δασκαλογιάννης και όπως αναφέρεται στην Ιστορία της Κρήτης του Βασ. Ψιλλάκη οι Χάληδες ήταν συγχρόνως Αχιλλείς και Νέστορες, Ιδομενείς και Οδυσσείς.



Οι Γιαννάρηδες



Αλλοι σπουδαίοι αρματωλοί και κλέφτες ήταν η μεγάλη γενιά των Γιαννάρηδων από τους Λάκκους της Κυδωνίας. Ηταν επτά αδέλφια, γυιοι του Γιάνναρη και συγγενείς του Μάρκου Τζανή του Φόβου από τη Σούδα. Επειδή ήταν Αίαντες στο σώμα τους λέγονταν και “Μεγαλάνθρωποι”. Ζούσαν στα όρη και στις σπηλιές σαν Κύκλωπες.

Οι σπουδαιότεροι από τους Γιαννάρηδες ήσαν:

ο Γιανναρονικόλης ή Νικολούδης, ο Γιανναρογιάννης και ο Γιανναροδάσκαλος που ήξερε λίγα γράμματα, παππούς του Χατζή - Μιχάλη Γιάνναρη που έδρασε στο Φραγκοκάστελο. Οι Τούρκοι συνεχώς τους καταδίωκαν. Είχαν αντιπάλους φοβερούς γείτονες και τον περιβόητο από το Σέλινο Γενίτσαρο τον Βεργερομεμέτη.

Κανείς όμως δεν μπόρεσε να τους καταβάλει για μεγάλο διάστημα και μόνο με απάτη έπιασαν το Γιανναρονικόλη ή Δράκο αποκαλούμενο και τον αποκεφάλισαν. Κι όταν έφεραν την κεφαλή του γίγαντα στα Χανιά, γέμισαν τρόμο τους δειλούς γενίτσαρους.

Από αυτούς κατάγονται οι πολυπληθείς διάσημοι καπεταναίοι της Ελληνικής Επανάστασης όπως οι απόγονοι του Μπίμπου και του γιου του Μανιά που είχε Αβραμιαία οικογένεια (σαν του Αβραάμ) με εννέα γιους. Το Μανόλαρη, το Μανιά, τον Καψάλη, το Μαυρογένη, τον Κόκκινο, το Τζοτζόλη, τον Μπλεμπλάμ, τον Ζιαφέτι, τον Παπή και μια θυγατέρα μητέρα του γενναίου Γερακονικολούδη ή Ποδοκόπη.

Πηγές: Ιστορία Κρήτης Βασ. Ψιλλάκη κ.α. πηγές

(Στην επόμενη συνέχεια θα γνωρίσουμε ένα σπουδαίο πολέμαρχο στην εποχή της Τουρκοκρατίας τον Ιωάννη Παπαδογιωργάκη ή Γερανιώτη από το Γεράνι Κυδωνίας).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ