Δύο ήρωες που δείχνουν ότι ανεξάρτητα από το πού ξεκινάς, το σημαντικό είναι να έχεις κάπου να φτάσεις.



ROCKY BALBOA



Σκην.: Συλβέστερ Σταλόνε

Πρωτ.: Συλβέστερ Σταλόνε, Μπερτ Γιανγκ, Μίλο Βεντιμίλια, Τζέραλντιν Χιουζ, Αντόνιο Τάρβερ



Ο πυγμάχος Ρόκυ Μπαλμπόα έχει αποσυρθεί πολλά χρόνια τώρα από τα ρινγκ και διατηρεί ένα εστιατόριο στη Φιλαδέλφεια, όπου οι θαμώνες αποζητούν και απολαμβάνουν τις ιστορίες από τους αγώνες του. Με αφορμή έναν εικονικό αγώνα ανάμεσα σ’ αυτόν και στον τωρινό -πολύ νεότερό του- πρωταθλητή βαρέων βαρών, ο Ρόκυ αποφασίζει να επιστρέψει για μια τελευταία αναμέτρηση, για ν’ αποδείξει ακόμα μια φορά ότι η θέληση μετράει περισσότερο από τη φυσική δύναμη.

Η υπόσταση ενός/ μιας σταρ αποτελείται από τρεις διαστάσεις: υπάρχει ο πραγματικός χαρακτήρας που το κοινό δε θα μάθει ποτέ πώς ακριβώς είναι, η εικόνα του ηθοποιού όπως διαμορφώνεται μέσα από τις ταινίες του, και η εικόνα που σχηματίζει γι’ αυτόν ο εξωφιλμικός λόγος- από αφίσες και περιλήψεις μέχρι σκανδαλοθηρικά δημοσιεύματα. Αυτή λοιπόν είναι μία από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η κινηματογραφική εικόνα του σταρ ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με την πραγματική ζωή του, καθώς ο Ρόκυ και ο Σταλόνε βρίσκονται λίγο-πολύ σε παρόμοια φάση της καριέρας τους, αντιμετωπίζουν παρόμοιες προκλήσεις και έχουν τον ίδιο στόχο: να αποχωρήσουν αξιοπρεπώς.

Η καριέρα του Σταλόνε είχε αρχίσει να κατηφορίζει από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν το «Rambo III» (1988) και το «Rocky V» (1990) είχαν αποτύχει να αποφέρουν τ’ αναμενόμενα. Στο διάστημα που ακολούθησε, ο Σταλόνε πραγματοποίησε μερικές αξιόλογες εμφανίσεις («Βαρομετρικό Χαμηλό»- 1993, «Daylight»- 1996, «Copland»- 1997) αλλά η εμπορική του αξιοπιστία παρέμενε καταβαραθρωμένη, με αποτέλεσμα οι τελευταίες του ταινίες («D-Tox» και «Avenging Angelo») να κυκλοφορήσουν σε πολλές χώρες κατευθείαν στο βίντεο. Το ζήτημα για τον ηθοποιό πλέον ήταν να ελαττώσει τον αντίκτυπο της πτώσης και μόνη λύση φαινόταν η επιστροφή σε δοκιμασμένες συνταγές, με τι πιο σίγουρο από τους δύο πασίγνωστους χαρακτήρες που τον ανέδειξαν εξαρχής σε όλο τον κόσμο. Και λέμε δύο, επειδή εκτός από τον Ρόκυ, ο Τζον Ράμπο επίσης ετοιμάζεται ν’ “αναστηθεί” σε μια τέταρτη περιπέτεια που γυρίζεται αυτό τον καιρό.

Σχετικά με τον πυγμάχο ήρωά του, ο Σταλόνε φέρθηκε έξυπνα και απέφυγε εξυπνακισμούς που θα ήθελαν τον Ρόκυ να παραμένει ατρόμητο είδωλο, αψηφώντας την ηλικία και τη βιολογική φθορά. Αντιθέτως, όλ’ αυτά όχι μόνο λαμβάνονται υπ’ όψιν αλλά γίνονται η βάση για την εξέλιξη του χαρακτήρα που πια έχει αποτραβηχτεί από το άθλημα και τη δημοσιότητα, ζώντας μια σχετικά μοναχική, φιλήσυχη ζωή παρέα κυρίως με τις αναμνήσεις και την αγάπη των πελατών του, αφού για τη Φιλαδέλφεια είναι ένας τοπικός ήρωας. Όμως, παρά την αναγνώριση και τον άνετο βιοπορισμό, ο Ρόκυ δεν έχει συμβιβαστεί απολύτως με την απώλεια της παλιάς του ζωής, και κυρίως με το σημαντικότερο κομμάτι της, της γυναίκας του, που έχασε από καρκίνο. Η Ρόκυ αναζητά την ανάλογη κατάληξη (closure) για την παλιά του ζωή, έναν τρόπο με τον οποίο θα μπορέσει να δείξει στον εαυτό του ότι δεν έχουν χαθεί όλα, ότι διατηρεί μέσα του μια ικμάδα θέλησης που μπορεί ν’ αξιοποιήσει για ν’ αποδείξει ότι ακόμη κι αν όλα όσα αγαπούσε γύρω του έχουν καταρρεύσει, εκείνος στέκεται ακόμη όρθιος. Είναι μια επιβεβαίωση που χρειάζεται για να μπορέσει να εκτονώσει τη λύπη του για το παρελθόν, να αναπαύσει την ανασφάλεια για το παρόν, και να εξασφαλίσει την αυτοπεποίθηση που χρειάζεται για τα αδρανή, ανενεργά γηρατειά.

Είναι αλήθεια ότι ο Σταλόνε δε διακρίνεται για το ερμηνευτικό του εύρος, ούτε η φιλμογραφία του για την ευαισθησία της και την “καλλιτεχνική της πολυμορφία”, αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι μαζί με τον Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ υπήρξαν οι ιδανικότεροι ενσαρκωτές του μυώδους ήρωα δράσης που άκμασε πριν από μια εικοσαετία. Στην περίπτωση του Σταλόνε μάλιστα, μπορεί κανείς να διακρίνει συγκριτικά μεγαλύτερο εύρος υποκριτικών δυνατοτήτων- τουλάχιστον περισσότερες απ’ όσες απαιτεί το είδος που τον ανέδειξε. Εδώ τις αξιοποιεί αποτελεσματικά, όχι απλώς επειδή ο χαρακτήρας είναι γραμμένος πιο προσγειωμένα, αλλά κι επειδή αποτελεί σχεδόν δεύτερο εαυτό του.

Αν υπάρχουν κάποιες διαφωνίες με την όλη υπόθεση, αφορούν τη βιασύνη με την οποία ο ηθοποιός/ σκηνοθέτης/ σεναριογράφος χειρίζεται κάποιες φάσεις της ιστορίας, όπως η απόλυση του Πόλυ που έρχεται γρήγορα κι εύκολα ως αφορμή για να υποστηρίξει τον κουνιάδο του και η μεταστροφή του γιου του για τον ίδιο λόγο, καθώς και το τέλος, που όλα θα μπορούσαν να έχουν παραμείνει εξίσου απλοϊκά αλλά δουλεμένα με περισσότερη υπομονή.

Όπως λέγαμε στην αρχή για την ταύτιση ηθοποιού/ χαρακτήρα, αυτή είναι μια περίπτωση όπου οι δύο εικόνες συγκλίνουν. Ο Σταλόνε και ο Ρόκυ γερνάνε μαζί, προσπαθούν να κρατηθούν στο παρελθόν, και αποφασίζουν να δώσουν μια τελευταία μάχη ενάντια στις πιθανότητες για ν’ αποδείξουν την αξία τους. Για τον Ρόκυ είναι μια διαδρομή αναμνήσεων και συγκίνησης, παρά προκλήσεων και εγωισμού. Η σκηνή όπου μιλάει για τα “πράγματα στο υπόγειο” στον Πόλυ είναι ίσως η πιο συγκινητική της ταινίας, ενώ ο Σταλόνε διατηρεί τους χαμηλούς τόνους σε όλη της τη διάρκεια, ακόμα και στη συμβιβαστική κατάληξη του αγώνα όπου αποδίδονται τα του καίσαρος τω καίσαρι, καθώς το γνωστό θέμα του Μπιλ Κόντι διατρέχει το φιλμ ενισχύοντας τον νοσταλγικό χαρακτήρα του.

Παρόμοια συμβιβαστικότητα φαίνεται να χαρακτηρίζει και την ίδια την καριέρα του Σταλόνε, αφού η κριτική ευνόησε την ταινία, ενώ η εισπρακτική της πορεία μπορεί να θεωρηθεί επιτυχημένη, αν και μόνο συγκρινόμενη με εκείνες των τελευταίων ταινιών του ηθοποιού. Η μετριοπαθής υποδοχή του φιλμ μπορεί να μην τον επαναφέρει στην κορυφή, αλλά τουλάχιστον δίνει ένα αξιοπρεπές τέλος σε μία από τις πιο δημοφιλείς κινηματογραφικές σειρές.

ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

THE PURSUIT OF HAPPYNESS



Σκην.: Γκαμπριέλε Μουτσίνο

Πρωτ.: Γουίλ Σμιθ, Τζέιντεν Σμιθ, Θάντι Νιούτον, Μπράιαν Χάου, Τζέημς Κάρεν



Η ταινία αφηγείται την αληθινή ιστορία του Κρις Γκάρντνερ, ο οποίος στις αρχές της δεκαετίας του ’80 τόλμησε να κυνηγήσει μια καριέρα ως χρηματιστής, και χωρίς ανάλογες σπουδές ή προϋπηρεσία, τα κατάφερε εξασφαλίζοντας ένα καλύτερο μέλλον για τον ίδιο και τον πεντάχρονο γιο του.

Ανάλογα με τις πεποιθήσεις και την οπτική του, μπορεί κανείς να παραβλέψει τις ρεαλιστικές καταβολές της ιστορίας και να παραπονεθεί για τον υλιστικό χαρακτήρα που προσδίδει στην ευτυχία, καθώς και για την “αμερικανικότητά” της, δηλαδή τον προφανή τρόπο με τον οποίο προωθεί το λεγόμενο ‘αμερικανικό όνειρο’, ειδικά αφού εκτυλίσσεται στη δεκαετία που γέννησε την κοινωνική φιγούρα του γιάπη, του νεαρού, πρώιμα πλουτισμένου τεχνοκράτη.

Ως κοινωνικό/ αισθηματικό δράμα πάντως η ταινία λειτουργεί μια χαρά, αν εξαιρέσει κανείς την “κοιλιά” στη μέση της δεύτερης ώρας, όταν πλέον καταλήγουμε απλώς να παρακολουθούμε όλο και περισσότερες δοκιμασίες να τίθενται στον Κρις, χωρίς αυτές να έχουν κάποια ουσιαστική επίδραση στην ήδη δύσκολη κατάστασή του. Οι κακουχίες του σεναρίου κορυφώνονται με την -πολύ συγκινητική- διανυκτέρευση στη “σπηλιά”, στη δημόσια τουαλέτα, αλλά από ‘κει και πέρα πολλά από τα περιστατικά δεν αποδεικνύονται ιδιαιτέρως χρήσιμα στην πλοκή (π.χ. η δεύτερη κλοπή ενός μετρητή από άστεγο, οι συνεχείς προσπάθειες για ανεύρεση στέγης θα μπορούσαν να είναι πιο περιληπτικές κ.α.).

Την απλή συσσώρευση γεγονότων δε βοηθάει η έλλειψη διακυμάνσεων στο ρυθμό, που όμως δεν είναι τόσο αισθητή ώστε να κάνει την αφήγηση φορτική. Αντιθέτως υπάρχει ο πολύ καλός Σμιθ που εξασφαλίζει την ταύτιση με τον κεντρικό ήρωα και διατηρεί το ενδιαφέρον για την τελική έκβαση. Ο πρωταγωνιστής ερμηνεύει συγκροτημένα τον Κρις ως έναν πανέξυπνο, αποφασισμένο νέο άνθρωπο που αρνείται να συμβιβαστεί με όσα λίγα είχε καταφέρει μέχρι τότε. Βασικά αρνείται να πιστέψει ότι είχε εξαντλήσει τα όρια των δυνατοτήτων του, τις οποίες καλείται να αξιοποιήσει για χάρη του εαυτού του και κυρίως του γιου του. Ο Κρις όμως δεν απεικονίζεται ως αριβίστας, αλλά απλώς ένας απελπισμένος, καλοπροαίρετος άνθρωπος που αναζητά την ευκαιρία που πιστεύει ότι δικαιούται. Η επαγγελματική του φιλοδοξία δεν είναι αυτοσκοπός αλλά απλώς το μέσο για να εξασφαλίσει καλύτερη διαβίωση στο γιο του.

Βεβαίως, επιστρέφοντας στις αρχικές αμφιβολίες που μπορεί να διατηρεί κανείς για τις προθέσεις της ταινίας, υπάρχουν αρκετά ερείσματα σχετικά με την ποιότητα των σεναριακών στόχων, για ν’ αντιπαραταχθούν στη φαινομενική σύνεση και ιδεαλισμό με τα οποία ο πρωταγωνιστής αντιμετωπίζει τις προοπτικές πραγματοποίησής τους.