Τα κυριότερα συμπτώματα της πνευμονίας είναι ο πυρετός, ο βήχας με φλέγματα, η δυσχέρεια αναπνοής και η κούραση. Οι ασθενείς μπορούν επίσης να έχουν πόνο στο θώρακα, ταχύπνοια, κυάνωση και υπόταση.

Στους ηλικιωμένους ασθενείς, η αλλοίωση της γενικής κατάστασης με έντονη κούραση ή ακόμη μια κατάσταση σύγχυσης μπορεί να είναι από τα πιο έντονα συμπτώματα.

Πολλά περιστατικά πνευμονίας και μάλιστα ιδιαίτερα βαριάς μορφής ωτίτιδας και βρογχίτιδας έχουμε αυτό τον καιρό στις Παιδιατρικές κλινικές των νοσοκομείων του Hρακλείου και σύμφωνα με την πρόεδρο της Παγκρήτιας Παιδιατρικής Eταιρείας Aμαλία Tσιλιμιγκάκη, όπως αποδεικνύεται, πολλά μωρά, είναι ανεμβολίαστα.

H κ. Tσιλιμιγκάκη σημείωσε: “Σε κάθε εφημερία του Bενιζελείου έχουμε στα εξωτερικά ιατρεία τουλάχιστον 140-150 περιστατικά και διαπιστώνουμε ότι πολλά παιδάκια δεν έχουν κάνει όπως θα έπρεπε το εμβόλιο του πνευμονιόκοκκου, που προφυλάσσει από τα ανθεκτικά μικρόβια”.

H πρόεδρος ανέφερε ότι αυτή την εποχή, είναι σε έξαρση οι ωτίτιδες, οι βρογχίτιδες, οι πνευμονίες και μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις είναι τόσο βαριά τα περιστατικά που ένα μωράκι παραλίγο να χρειαστεί να μπει στο χειρουργείο για τον καθαρισμό των πνευμόνων του.

H παιδίατρος είπε ότι λόγω των αυξημένων περιστατικών, οι κλινικές του Bενιζελείου έχουν γεμίσει και αναγκαστικά υπάρχουν κρεβάτια και στους διαδρόμους.

Tι πρέπει να γνωρίζουμε για την πνευμονία

Η πνευμονία είναι μόλυνση των πνευμόνων που συνοδεύεται από βήχα, πυρετό, αναπνευστική δυσχέρεια και φλέγματα.

Το πρόσφατο πρόβλημα που προέκυψε παγκοσμίως, με την άτυπη πνευμονία που προκαλείται από τον κορονοϊό και που δημιουργεί το Σοβαρό Οξύ Αναπνευστικό Σύνδρομο (ΣΟΑΣ), το οποίο απειλεί άμεσα τη ζωή, έφερε το προσκήνιο το γενικότερο πρόβλημα των πνευμονιών.

Οι περισσότερες πνευμονίες προκαλούνται από βακτηρίδια. Υπάρχουν όμως και άλλοι μικροοργανισμοί όπως ιοί, μύκητες και παράσιτα που μπορούν να προσβάλουν τους πνεύμονες και να προκαλέσουν πνευμονία.

Η διάγνωση βασίζεται στο ιστορικό του ασθενούς, στην ιατρική εξέταση και τις συμπληρωματικές εξετάσεις που περιλαμβάνουν αναλύσεις αίματος, των φλεγμάτων και ακτινογραφία του θώρακα.

Η ύπαρξη ταχύπνοιας, δηλαδή μιας γρήγορης αναπνοής, τα χείλη και τα δάκτυλα που έχουν μια κακή, χλωμή ή κυανή χρώση, είναι δείκτες σοβαρότητας της ασθένειας που δείχνουν ότι δεν υπάρχει ικανοποιητικό οξυγόνο στην κυκλοφορία του αίματος.

Εάν η κατάσταση αυτή επιδεινωθεί και δεν δοθεί η κατάλληλη θεραπεία, τότε είναι δυνατόν να υπάρξει ταχυκαρδία και κατάσταση νευρολογικής σύγχυσης, λόγω ανεπάρκειας καλής οξυγόνωσης του εγκεφάλου.

Η κλινική εξέταση από το γιατρό μπορεί με τη βοήθεια του στηθοσκοπίου να αναγνωρίσει το γεγονός ότι υπάρχει πνευμονία. Όμως η ακτινογραφία του θώρακα θα επιβεβαιώσει ότι υπάρχει πύκνωση στους πνεύμονες λόγω μόλυνσης με κάποιο μικρόβιο.

Η πρόληψη για ορισμένες μορφές της πνευμονίας μπορεί να γίνει με εμβόλιο εναντίον γνωστών μικροβίων που προκαλούν πνευμονίες. Για παράδειγμα το εμβόλιο εναντίον των συχνότερων τύπων του πνευμονιοκόκκου, μπορεί να προστατεύει από τις πνευμονίες που προκαλεί το μικρόβιο αυτό.

Το εμβόλιο εναντίον της γρίπης, μειώνοντας τη συχνότητα της γρίπης, μειώνει και τις βακτηριδιακές πνευμονίες που προκύπτουν λόγω επιπλοκών της γρίπης.

Τα εμβόλια κατά του πνευμονιοκόκκου και εναντίον της γρίπης, χορηγούνται σε ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού όπως άτομα Τρίτης Ηλικίας, σε παιδιά, σε ανοσοκατασταλμένους δηλαδή ασθενείς με μειωμένη άμυνα του οργανισμού και σε άλλους ασθενείς με χρόνιες παθήσεις. Σήμερα η τάση είναι να γίνονται ευκολότερα εμβολιασμοί σε ευρύτερα σύνολα του πληθυσμού.

Το πλύσιμο των χεριών, η χρήση προστατευτικής μάσκας προσώπου, ο καλός αερισμός των εσωτερικών χώρων, η τήρηση μιας κατάλληλης ατομικής υγιεινής, η καλή διατροφή, είναι επιπρόσθετα προληπτικά μέτρα που προστατεύουν από την πνευμονία.

Δυστυχώς για την άτυπη πνευμονία που οφείλεται στους κορονοϊούς που προκαλούν το ΣΟΑΣ, που έχει πανικοβάλει την ανθρωπότητα, δεν υπάρχει ακόμη εμβόλιο.

Η πρόγνωση στις περισσότερες περιπτώσεις πνευμονίας είναι καλή, ιδιαίτερα εάν αρχίσει έγκαιρα η κατάλληλη θεραπεία. Δυστυχώς σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει στο θάνατο εάν καθυστερήσει η διάγνωση και δεν δοθεί έγκαιρα η κατάλληλη θεραπευτική αγωγή.