ΠΑΤΡΙΣ :: Ύπαιθρος :: Έρευνες :: Εμφάνιση άρθρου
Αγροτικά Νέα Στην Ύπαιθρο Έρευνες
Περιεχόμενα
 Κρήτη
 Ελλάδα/Κόσμος
 Αθλητισμός
 Πολιτισμός & Διασκέδαση
 Επιστήμη & Τεχνολογία
 Εκπαίδευση
 Οικονομία
 Ύπαιθρος
 Προεκτάσεις
 Πληροφορίες
 Υπηρεσίες
 Αφιερώματα
 Ιστορίες με... ουρά
Ψηφοφορία
Ποια είναι η κυριότερη αιτία για την πτώση του ηρακλειώτικου ποδοσφαίρου και την «εξαφάνιση» του από τις επαγγελματικές κατηγορίες;
Η κακή διαχείριση από πλευράς διοικήσεων των ΠΑΕ και η μη αξιοποίηση των ταλέντων των ομάδων.
Η γενικότερη οικονομική κρίση
Η έλλειψη στήριξης από την τοπική κοινωνία
Η ανεπάρκεια ποδοσφαιρικού δυναμικού σε επίπεδο παικτών, προπονητών και παραγόντων.


Το Ολοκαύτωμα της Βιάννου

Του Δημοσθένη Ραπτόπουλου*

Τη νύχτα της 28ης προς 29η του Μάη 1941, το Ηράκλειο βρισκόταν στο 10ο 24ωρο της τρομερής γερμανικής αεροεπιδρομής με αλληλοδιαδεχόμενους βομβαρδισμούς, πολυβολισμούς και πτώσεις αλεξιπτωτιστών. Η κατεστραμμένη πόλη είχε μια ανησυχητική ησυχία. Την αποδίδει και την ερμηνεύει η λιτή περιγραφή του βιβλίου “Η Μάχη της Κρήτης” της Δ.Ι.Σ. του Ελληνικού Γ.Ε.Σ.

“201. Καθ’ όλην την 28ην Μαϊου, τα ελληνικά τμήματα παρέμεινον εις τας θέσεις των, εις ουδεμίαν προβαίνοντα ενέργειαν λόγω πλήρους αδυναμίας προς τούτο.

Το απόγευμα ο υποστράτηγος Λιναρδάκης συνέταξε έγγραφον προς την αγγλικήν διοίκησιν εις το οποίον εν συνεχεία προς προηγούμενα έγγραφά του περιέγραψε την ανάγκην ανεφοδιασμού εις τρόφιμα και πυρομαχικά. Το έγγραφον τούτο απεστάλη την επομένην εις το εις Αγίους Δέκα ευρισκόμενον τμήμα των Άρτζυλ και Σάτερλαντ, άνευ αποτελέσματος ως ήτο φυσικόν.

Κατά την νύκτα της 28ης προς 29ην Μαϊου κατέφθανον εις Αρχάνες αξιωματικοί εκ της περιοχής Χανίων, οίτινες επληροφόρησαν περί της καταλήψεως του αεροδρομίου Χανίων και της Σούδας υπό των Γερμανών και της διαρροής των Βρετανών προς Σφακιά. Την πρωίαν δε της 29ης διεπιστώθη ότι οι Βρετανοί του τομέως Ηρακλείου είχον εκκενώσει δια νυκτός την περιοχήν”.

Έτσι απλά η Μεγ. Βρετανία εγκαταλείπει και τη μικρή ματωμένη Κρήτη που είχε υποταχθεί να την κάμει άπαρτη, χωρίς καν να ενημερώσει την ελληνική στρατιωτική ηγεσία έστω και την τελευταία στιγμή ενώ λίγες μέρες πριν είχε φροντίσει να φυγαδεύσει το βασιλιά Γεώργιο με την κυβέρνησή του και τον ελληνικό χρυσό.

Οι αξιωματικοί της ελληνικής στρατιωτικής ηγεσίας τρεις βδομάδες νωρίτερα, είχαν ανακληθεί από την ατιμωτική απόταξη του 1935 με σκοπό, χωρίς όπλα και εφόδια και χωρίς μάχιμο στρατό, να υποστούν τη λαίλαπα της Ναζιστικής επιδρομής και να διαχειριστούν τη βέβαιη ήττα.

Ο δ/ντής των κατακτητών του Ηρακλείου συντ/ρχης Μπρόγερ είχε εγκατασταθεί στις Ρουσσές, στην πρώην έδρα του ένδοξου 43ου Σ.Π. του Ελληνικού Στρατού και ζήτησε την άνευ όρων παράδοση του Ελληνικού Στρατού. Γράφει πάλι η Δ.Ι.Σ. στο ίδιο βιβλίο.

“Μετά την επίδοσιν του περί παραδόσεως εγγράφου του συντ/ρχου Μπρόγερ εις τον υποστράτηγον Λιναρδάκην, ούτος αποδειχθείς τούτο περί την 22.15’ εξέδωκε τας περί καταθέσεως και συγκεντρώσεως των όπλων διαταγάς του”. Έτσι στις 30 του Μάη ο Ελληνικός στρατός παραδίδει σε δυο Γερμανούς αξιωματικούς στα Πεζά τα όπλα του. Ένας εικοσάχρονος Ρεθεμνιώτης Εύελπις φωνάζει: Εγώ δεν παραδίδω το όπλο μου. Λέγεται Δημήτρης Σιγανός. Ένας ψηλός ξανθός ανθυπολοχαγός, τσαλακωμένος από τη 10ήμερη μάχη, δηλώνει μπροστά στον έκπληκτο Γερμανό ταγματάρχη ότι αυτός και δέκα ακόμη συμπολεμιστές του δεν παραδίδουν τα όπλα τους γιατί γι’ αυτούς ο πόλεμος τελειώνει με νίκη ή με θάνατο.

Ο ξανθός ανθυπολοχαγός είναι ο έφεδρος Αντώνης Φάκαρος υπάλληλος των ΣΕΚ και τελειόφοιτος της Νομικής.

Από την πένθιμη ομήγυρη των Ελλήνων αξιωματικών αποσπάται ένας ηλικιωμένος με πολιτικά, με μπαστούνι, κατασυγκινημένος και κουτσαίνοντας πλησιάζει την ομάδα των νεαρών ανυπότακτων και τους δηλώνει πως είναι μαζί τους.

Είναι ο Βιαννίτης ταγματάρχης σε πολεμική διαθεσιμότητα Αλέξανδρος Ραπτόπουλος τραυματίας της Μικρασιατικής εκστρατείας. Ενθουσιασμένοι οι νεαροί ανυπότακτοι πολεμιστές τον δέχονται και τον ανακηρύσσουν αρχηγό τους υπογράφοντας μπροστά στον κατακτητή τη ληξιαρχική πράξη γέννησης της πρώτης αντιστασιακής οργάνωσης.

Ο Ραπτόπουλος με τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Φωκεά από την Πελοπόννησο, φεύγουν για τη Βιάννο για να φροντίσουν για τις πρώτες ανάγκες της ομάδας και ο Φάκαρος με τους άλλους εννιά φεύγουν για τον Τσούτσουρο.

Ο Φωκέας σε λίγες μέρες θα φύγει απόστολος της οργάνωσης για τα Χανιά. Τους πρώτους μήνες ο Φάκαρος ασχολήθηκε με την εγκατάσταση των φυγάδων στον Τσούτσουρο, Κερατόκαμπο και Άρβη και ο Ραπτόπουλος στη μύηση πατριωτών στην οργάνωση και στην προμήθεια των αναγκαίων εφοδίων στους φυγάδες κυρίως τρόφιμα. Οι φυγάδες είτε από διαίσθηση, είτε από πληροφορίες συνέρρεαν στα νότια παράλια της Βιάννου αυξάνοντας τις σκοτούρες του Ραπτόπουλου και του Φάκαρου.

Στις 3 Αυγούστου 1941 τέσσερις από τους ανυπότακτους μαχητές και τέσσερις βετεράνοι αξιωματικοί υπογράφουν στο χωριό Φιλίπποι των Αστερουσίων ένα πρωτόκολλο του είδους του στην Κρήτη, ίσως και στην Ελλάδα.

Η οργάνωση ονομάστηκε Κρητική Επαναστατική Επιτροπή με εκλεγμένο αρχηγό το Ραπτόπουλο.

Τους πρώτους μήνες της Kατοχής και ιδιαίτερα Ιούλιο και Αύγουστο του 1941 υπήρξε στην Κρήτη οργασμός πατριωτικών κινήσεων κατά των κατακτητών.

Στα Χανιά με έδρα το μετόχι του αντισυνταγματάρχη Ανδρέα Παπαδάκη συγκροτείται μια αξιόλογη επιτροπή με πρόεδρο τον ίδιο. Ονομάστηκε Ανωτάτη Επιτροπή Αγώνος Κρήτης (ΑΕΑΚ).

Ένοπλες ολιγομελείς ομάδες σχηματίστηκαν από τις πρώτες μέρες της Κατοχής από πολίτες ηγέτες ομάδων πολεμιστών των μαχών του Μάη διωκόμενοι γι’ αυτό και ως συνεργάτες του Βρετανού αρχιπράκτορα μονόφθαλμου αρχαιολόγου Τζον Πεντλέμπουρη που σκοτώθηκε στο Ηράκλειο τη δεύτερη μέρα της επιδρομής μαχόμενος κατά των αλεξιπτωτιστών και τα ονόματά τους βρέθηκαν είτε επάνω του είτε στο Προξενείο του Ηρακλείου που διηύθυνε.

Τέτοιες ομάδες ήσαν του Πετροκογιώργη από το Μαγαρικάρι, του Μπαντουβομανόλη από τους Ασίτες του Σατανά (Γρηγοράκη) από τον Κρουσώνα. Όλες στις υπώρειες του Ψηλορείτη και η οργάνωση των Ανωγείων με αρχηγό τον Γιάννη Δραμουντάνη ή Στεφανογιάννη.

Όλες αυτές οι κινήσεις είχαν σαν αρχικό μέλημά τους την απόκρυψη και υποβοήθηση Ελλήνων στρατιωτικών που ήθελαν να συνεχίσουν τον πόλεμο, και Βρετανών φυγάδων να φύγουν για τα μέρη όπου ο πόλεμος κατά του φασιστικού άξονα συνεχιζόταν.

Μια ακόμη αντιστασιακή κίνηση διαφορετική από τις άλλες άρχισε κι αυτή από τις πρώτες μέρες της Κατοχής. Εννιά εξόριστοι κομμουνιστές στη Φολέγανδρο δραπετεύουν και φθάνουν στο Ηράκλειο λίγες μέρες πριν από τη γερμανική αερεπιδρομή. Η χωροφυλακή τους φυλακίζει και την πρώτη μέρα της επιδρομής γερμανική βόμβα γκρεμίζει ένα τοίχο της φυλακής και τους απελευθερώνει. Ζητούν από τη στρατιωτική διοίκηση όπλα και μάχονται μέχρι την τελευταία μέρα.

Με τη συνθηκολόγηση φοβούμενοι την επανασύλληψή τους και παράδοση στους Γερμανούς, καταφεύγουν στον Άγιο Σύλλα αναζητώντας τους ομοϊδεάτες τους Νίκο και Μιχάλη Σαμαρίτη, αποφασισμένοι ν’ αγωνισθούν κατά των κατακτητών, κάτι εξάλλου που γι’ αυτούς είναι μονόδρομος αφού η ιδεολογία τους επιφέρει τη θανατική καταδίκη από τη ναζιστική επιθετική πολιτική διακηρυγμένη και από τις περίφημες πολεμικές οδηγίες του Χίτλερ.

Από τον Άγιο Σύλλα φεύγουν στις 30 του Μάη για τους τόπους καταγωγής των Ρέθυμνο και Χανιά μ’ αυτό το σκοπό. Η μεγαλύτερη ομάδα φεύγει στη Βιάννο τόπο καταγωγής ενός μέλους του Νίκου Μανουσάκη από το Βαχό.

Στη Βιάννο η ομάδα επιδιώκει και πετυχαίνει συνεργασία με την οργάνωση Ραπτοπουλου.

Μια άλλη 7μελής ομάδα εξόριστων ανωτάτων στελεχών του κομμουνιστικού κόμματος δραπετεύει από τη Γαύδο μετά την συνθηκολόγηση. Με τις ίδιες σκέψεις και σκοπούς μοιράζεται στους τρεις νομούς και στο Ηράκλειο φθάνει η ομάδα του Βλαντά στις 6 Ιουνίου. Ανιχνεύει και αυτή ομοϊδεάτες, καταλήγει στους Σαμαρίτηδες και απ’ αυτούς στην ομάδα της Βιάννου.

Συγκροτούν παγκρήτια συνδιάσκεψη αρχές Ιουλίου έξω από το Μάραθο (χωριό του Βλαντά) και αποφασίζουν την ίδρυση παλλαϊκής αντιστασιακής οργάνωσης που την ονομάζουν Παγκρήτιο Αγωνιστικό (ή Απελευθερωτικό) Μέτωπο. Μέσω των Σαμαρίτηδων συνδέονται με τον Μπαντουβομανώλη και του προτείνουν συνεργασία. Τη δέχεται και τέλη Ιουλίου 1941 δημιουργείται η ένοπλη ομάδα του ΠΑΜ από 16 μέλη με αρχηγό τον Μπαντουβομανόλη και τη συμμετοχή έξι κομμουνιστών.

Η αντιστασιακή δραστηριότητα συνεχίζεται έντονα, ανεμπόδιστα σχεδόν όλο το 1941 γιατί δεν είχε ακόμη οργανωθεί η Γερμανική Κατοχή και κατασκοπία.

Ιδιαίτερα στην επαρχία Βιάννου που είχε παραχωρηθεί στην Ιταλική διοίκηση, οι μεν Γερμανοί έκαναν σπάνια την εμφάνισή τους φεύγοντας οργισμένοι από την οδική ταλαιπωρία του χωρίς οδόστρωμα δήθεν αμαξιτού δρόμου ενώ οι Ιταλοί εγκατέστησαν μια διμοιρία στρατού τέλος Οκτώβρη και δεν έδειχναν διάθεση σκληρότητας ώστε η οργάνωση Ραπτόπουλου να συνεχίσει το έργο της σχεδόν όπως και πριν.

Ενώ βρετανική πολιτική για την Κρήτη τότε δεν υπήρχε και η βρετανική στρατηγική είχε στρέψει τα νώτα της στην Κρήτη, η μετάβαση του Φάκαρου στην Αίγυπτο και η ενημέρωση των ελληνικών και βρετανικών Αρχών για την οργανωμένη αντιστασιακή κίνηση της Κρήτης και μάλιστα χωρίς αυτούς, προκαλεί έκπληξη και ανησυχία. Στέλνεται επειγόντως με υποβρύχιο στον Τσούτσουρο ο Τζακ Σμιθ Χιουζ που τρεις μήνες νωρίτερα φιλοξενούμενος του Ανδρέα Παπαδάκη της ΑΕΑΚ είχε φύγει για την Αφρική με το υποβρύχιο που είχε έλθει ο πλωτάρχης Πουλ στο Πρέβελι αναζητώντας τον Πεντλέμπουρη καθώς δεν είχαν πληροφορηθεί το θάνατο του πολύτιμου πράκτορά τους. Ο Χιουζ συναντά τον Ραπτόπουλο που του ζητά να ενιαιοποιηθεί η αντιστασιακή κίνηση ή τουλάχιστον να συντονισθεί.

Ο Χιουζ υπόσχεται να απαντήσει αργότερα ξεχνώντας το. Εξάλλου ήρθε μόνο για να πληροφορηθεί γιατί ούτε αυτός ούτε βέβαια οι προϊστάμενοί του ξέρουν τι γίνεται και φυσικά ούτε τι πρέπει να κάμουν. Καταλήγει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε, στον Ανδρέα Παπαδάκη, αφού συνάντησε τον Πετρακογιώργη αλλά όχι και τον Μπαντουβομανόλη.

Ο Μπαντουβάς που η αρχηγία της ένοπλης ομάδας του ΠΑΜ έχει ανεβάσει το κύρος του αλλά περισσότερο τον εγωισμό του και η κινητικότητά του τον έχει κάμει γνωστότερο απ’ όλους τους άλλους, εξοργίζεται.

Η κατάσταση γίνεται γνωστή στο Βρετανικό Στρατηγείο και τέλος του Νοέμβρη στέλνεται ο νεαρός λοχαγός κατά την περίσταση, Μοντάγκιου Κρίστοφερ Γούντχαουζ, γνωστότερος ως Μόντυ ή Κρις ή Γούντχαουζ που το 1943 έγινε συνταγματάρχης και αρχηγός της βρετανικής αποστολής στην Ελλάδα διαδεχόμενος τον ΄Έντυ Μάγιερς που θεωρήθηκε ανεκτικός προς το ΕΑΜ.

Ο Μπαντουβάς εγκαταλείπει το ΠΑΜ και προσκολλάται στον Γούντχαουζ ελπίζοντας ότι θα τον χρησιμοποιήσει για την ανάδειξή του σε αρχηγό της Εθνικής Αντίστασης στην Κρήτη, επιθυμία και επιδίωξη του, που θεωρεί ότι έχει εμπόδιο τους αξιωματικούς του στρατού και γι’ αυτό τους μισεί και τους υβρίζει.

Καταφέρνει πραγματικά να τον χρησιμοποιήσει στις επιδιώξεις του αλλά οι σχέσεις τους ψυχραίνονται και διακόπτονται τον Μάρτη του 1942 όταν το παράκαμε συναντώντας τον αρχηγό της Γκεστάπο στην Κρήτη Χάρτμαν παρά την αντίθεση του Γούντχαουζ.

Αλλά ας δούμε τι συνέβαινε το 1942 που διαδέχθηκε το σχεδόν ήσυχο 1941.

Το 1942 ήταν η χειρότερη χρονιά για τους πολέμιους του φασιστικού ιμπεριαλιστικού τριγώνου Ρώμης - Βερολίνο - Τόκιο. Την άνοιξη του 1942 η εμπειροπόλεμη ναζιστική πολεμική μηχανή είχε φθάσει σε ύψιστο βαθμό απόδοσης και είχε φθάσει στα πρόθυρα του Λένιγκραντ, της Μόσχας και του Στάλινγκραντ. Ο πανούργος Γερμανός στρατηγός Ρόμελ είχε κατανικήσει τις βρετανικές δυνάμεις της Αφρικής και είχε μπει μέσα στο έδαφος της Αιγύπτου απειλώντας τα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής.

Οι Ιάπωνες αφού βύθισαν τον αμερικανικό στόλο του Ειρηνικού στο Περλ Χάρμπορ κυρίευαν το ένα μετά το άλλο τα νησιά της Πολυνησίας και τις πόλεις της Κίνας.

Η Ευρώπη όλη υπέφερε τρομερά από τα σκληρά καταπιεστικά μέτρα των Γερμανών που ήξεραν ότι η πολεμική ισχύς τους ήταν για την ώρα μεγαλύτερη των αντιπάλων τους αλλά πλησίαζε τα όριά της ενώ η πολεμική ισχύς των αντιπάλων τους τώρα μόλις άρχιζε να μεγαλώνει. Έπρεπε λοιπόν να νικήσουν μέσα στο 1942 γιατί αργότερα θα ήταν αργά. Αλλά και οι Βρετανοί και Ρώσοι και Αμερικανοί ήξεραν πως πρέπει σύντομα ν’αφαιρέσουν από τη Φασιστικο-Ιμπεριαλιστική συμμαχία τη στρατηγική πρωτοβουλία για να συντομεύσουν το τέλος του πολυαίμακτου και καταστροφικού πολέμου.

Το κυνήγι των αντιστασιακών οργανώσεων έγινε ασφυκτικό και η τρομοκρατία εντάθηκε αλλά ο πανέξυπνος Χάρτμαν, που η μακρά διαβίωση του στη Θεσσαλονίκη πριν τον πόλεμο τον έκαμε τέλειο γνώστη των ελληνικών πραγμάτων και της Ελληνικής γλώσσας, σκέφτηκε και άλλους τρόπους για να αντιμετωπίσει την Εθνική Αντίσταση. Τέλος του Φλεβάρη συλλάμβαναν οι Ιταλοί τον Ραπτόπουλο και οι Γερμανοί τον υπασπιστή του στρατιωτικό κτηνίατρο από την Κάτω Βιάννο Μανόλη Σταματουλάκη. Μέχρι τις 20 του Μάρτη έχει συλλάβει περισσότερους από 300 διακεκριμένους Ηρακλειώτες πιθανούς εχθρούς των κατακτητών μεταξύ των οποίων πολλά στελέχη της οργάνωσης Ραπτόπουλου (ΚΕΕΕ).

Ο Μπαντουβομανόλης με την κινητικότητα και τις πολυθόρυβες εκρήξεις του είχε γίνει πασίγνωστος, επομένως μια ειρηνική εξουδετέρωση του θα ήταν μεγάλο πλήγμα για την Εθνική Αντίσταση και μεγάλο κέρδος για τους κατακτητές. Γι’αυτό ο Χάρτμαν ζήτησε να συναντηθεί με τον Μπαντουβά προσφέροντάς του αμνηστία γι’αυτόν και τους συντρόφους του και παροχές και αξιώματα στην κατεχόμενη Κρήτη.

Ο Μπαντουβομανόλης δέχθηκε τη συνάντηση ενώ ο Γούντχαουζ εναντιώθηκε και τρομοκρατημένος απομακρύνθηκε από τον Μπαντουβά.

Η κατάσταση ήταν πραγματικά κρίσιμη γιατί ενδεχόμενη προσχώρηση του Μπαντουβά και της μεγάλης οικογένειας των Μπαντουβάδων θα αποτελούσε καίριο και πολλαπλό πλήγμα για την Εθνική Αντίσταη και το ηθικό του καταδυναστεύομενου λαού.

Το ΕΑΜ που είχε αντικαταστήσει το ΠΑΜ και ήταν γνωστή πανελλήνια και μαζική αντιστασιακή οργάνωση με πυρήνα της τους έμπειρους σε συνωμοτικότητα και οργανωτικότητα αλλά και αγωνιστικότητα κομμουνιστές, κατανοώντας τους κινδύνους, πρόσφερε υποστήριξη στον Μπαντουβά εφόσον θα συναποφάσιζαν για την αντιμετώπιση των προτάσεων των Γερμανών. Παράλληλα η μεγάλη οικογένεια των Μπαντουβάδων απέρριψε οποιαδήποτε συναλλαγή με τους Γερμανούς. Γεγονός είναι ότι η συνάντηση της 25ης του Μάρτη Χάρτμαν-Μπαντουβά δεν είχε συνέχεια αλλά το κύρος και η φήμη του Μπαντουβομανόλη ανέβηκαν και εδραιώθηκαν ενώ επανήλθε η συνεργασία Μπαντουβά-Κομμουνιστών με την ένταξη του Μπαντουβά στο ΕΑΜ.

Ο πόλεμος όμως Γερμανών και Εθνικής Αντίστασης και Βρετανών πρακτόρων εντάθηκε.

Από τη μεριά της Εθνικής Αντίστασης με φόνους συνεργατών των Γερμανών και συνεργασία σε μεγάλα σαμποτάζ των συμμάχων και από τη μεριά των Γερμανών με συλλήψεις εκτεταμένες και ομαδικές εκτελέσεις.

Στις 23 του Φλεβάρη το 1942 συλλαμβάνεται ο Ραπτόπουλος από τους Ιταλούς και την επομένη και ο υπασπιστής του Μανόλης Σταματουλάκης από τους Γερμανούς. Διώκτης τους απηνής ο Χάρτμαν. Τους στέλνει στο στρατοδικείο καταδικάζονται σε θάνατο και εκτελούνται στις 3 του Σεπτέμβρη του 1942. Στο μεταξύ εκτελούνται 62 διακεκριμένοι Έλληνες το πρώτο δεκαπενθήμερο Ιουνίου μεταξύ των οποίων 12 στελέχη της οργάνωσης Ραπτόπουλου και τα τέσσερα από τα 6 μέλη της Νομαρχιακής Επιτροπής Ηρακλείου. Το πλήγμα είναι καίριο, η οργάνωση διαλύεται.

Παράλληλη τύχη είχε και η ΑΕΑΚ. Καθώς είχαν επισημανθεί τα λίγα άλλωστε μέλη της από τους Γερμανούς.

Οι Βρετανοί θεώρησαν άχρηστο και τον αρχηγό της και τον εφυγάδευσαν πετώντας τον σ’ένα στρατόπεδο της Μέσης Ανατολής όπως ο ίδιος αφηγείται αργότερα.

Στο τέλος του φθινοπώρου του 1942 οι Βρετανοί διαπιστώνουν πως με την διάλυση της ΚΕΕΕ του Ραπτόπουλου και της ΑΕΑΚ του Παπαδάκη έχασαν σημαντικές πηγές στρατιωτικών πληροφοριών και θα πρέπει να κάμουν μια δική τους οργάνωση καθαρά κατασκοπευτική. Πρωταγωνιστής στη διαπίστωση και την προσπάθεια ένας νεαρός πρώην μέλος της οργάνωσης Ραπτόπουλου ο Αρχανιώτης Ελληνοαμερικάνος Γεώργιος Δουνδουλάκης. Συζητά με τον Αρχανιώτη απότακτο ταγματάρχη του 1935 ανακληθέντα στη Μάχη της Κρήτης και διοικητή του μοναδικού τάγματος του συντάγματος Ηρακλείου, Αντώνη Μπετεινάκη.

Ο Δουνδουλάκης οργανώνει συνάντηση αξιωματικών τον Οκτώβρη του 1942 στα Σταυράκια Μαλεβυζίου που δεν έχει επιτυχία κύρια από απουσία ενδιαφέροντος και προσέλευσης.

Αρχές του 1943 τα πράγματα αλλάζουν δραματικά. Το αφρικανικό μέτωπο έπαψε να υπάρχει αφού ο Ρόμελ αρρώστησε και οι ιταλογερμανικές δυνάμεις συνθλίφτηκαν από τις Αμερικανογαλλικές δυνάμεις του Άιζενχαουζ από τα δυτικά και από τις Βρετανικές δυνάμεις του Μοντγκόμερι από τ’ανατολικά.

Στη Μόσχα οι Γερμανοί έσπασαν την επιθετική τους ορμή ενώ στο Στάλινγκραντ υπέστησαν συντριπτική ήττα. Η ισχύς της πολεμικής ναζιστικής μηχανής είχε φθάσει στα όρια της, η καμπή ήταν οριστική και η επερχόμενη νίκη των συμμάχων βέβαιη.

Τώρα το ενδιαφέρον των μελλοντικών νικητών μετατοπίζεται από το πολεμικό στο μεταπολεμικό πεδίο. Γίνεται φανερό πως στην Ευρώπη τον πρώτο λόγο θα έχει η νικήτρια των Γερμανών Σοβιετική Ένωση και στον υπόλοιπο κόσμο οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Η Βρετανία πρέπει να περισσώσει ό,τι μπορεί. Οι πιθανότητες της περιορίζονται στην Ελλάδα και οι δυνατότητες της ακόμη περισσότερο. Ίσως μόνο στην Κρήτη τα πράγματα εμφανίζονται ακόμα χειρότερα όταν οι Βρετανοί πράκτορες στην Κρήτη διαπιστώνουν στις αρχές του 1943 ότι η μοναδική οργανωμένη αντίσταση κατά των κατακτητών στην Κρήτη είναι το ΕΑΜ στο οποίο έχουν προσχωρήσει οι διαλυμένες οργανώσεις ακόμη και η ανέπαφη οργάνωση των Ανωγείων ενώ ο Μπαντουβάς είναι ο αρχηγός της μεγαλύτερης ανταρτομάδας στην Κρήτη που έχει λημέρι στη Δίκτη και στηρίζεται και συντηρείται από τις οργανώσεις του ΕΑΜ και το χειρότερο ο Μπαντουβομανόλης θεωρεί τον εαυτό του αρχηγό και του ΕΑΜ είναι πάντως ο αναμφισβήτητος αρχηγός του ΕΑΜικού αντάρτικου.

Οι Βρετανοί αποφασίζουν στο Κάιρο ότι όλ’αυτά πρέπει ν’αλλάξουν. Στο σκοπό αυτό επιστρατεύθηκαν όλα τα μέσα. Δύο είναι οι στόχοι ο μεγάλος και πρωτεύων η διάλυση του ΕΑΜ και ο δεύτερος η εξουδετέρωση του ατίθασου, απρόβλεπτου και πονηρού Μπαντουβομανόλη και μάλιστα να θέσουν τις αναμφισβήτητες ικανότητές του στην υπηρέτηση των δικών τους σκοπών.

Πρέπει λοιπόν η νέα οργάνωση που θα γίνει να είναι αφοσιωμένη στον βασιλιά που αποτελεί πάντα τον σίγουρο τοποτηρητή των Βρετανικών αυτοκρατορικών συμφερόντων και φυσικά ασυμβίβαστα αντικομμουνιστική.

Εύκολη δουλειά για δύο λόγους.

Ο ένας: Στην Κρήτη οι Γερμανοί δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν μαζική συνεργασία όπως στην άλλη Ελλάδα με τα γερμανόδουλα τάγματα ασφαλείας και έτσι οι Κρήτες αντικομμουνιστές διοχετεύθηκαν εύκολα στη νέα Εθνικιστική οργάνωση που ονομάσθηκε ΕΟΚ.

Απορροφήθηκε σ’αυτήν η πλειονότητα των αξιωματικών που θεωρούσαν και τη Μεγάλη Βρετανία φίλη της Ελλάδας και την υπακοή στο βασιλιά αυτονόητο καθήκον τους αφού αυτός βρέθηκε να είναι ο αρχηγός της Ελληνικής Αρχής που δεν υπηρέτησε τους κατακτητές.

Έτσι προχώρησαν εύκολα και γρήγορα στην αντικομμουνιστική εκστρατεία όλες οι μη ΕΑΜικές ανταρτομάδες, οι περισσότεροι αξιωματικοί και οι πατριώτες της τελευταίας στιγμής δηλώνοντας υπερεθνικότητες. Εξάλλου επιστρατεύθηκε και η συκοφαντία και η χάλκευση αντεθνικών ενεργειών των “ξενοκίνητων κομμουνιστών”.

Δυσκολία παρουσίασε ο Μπαντουβομανόλης που εκτός του ότι θεωρούσε τον εαυτό του αρχηγό του ΕΑΜ ήταν πάντα δύσπιστος προς τους Βρετανούς.

Την προσπάθεια να μεταπεισθεί επιχείρησε πρώτος ο πρόεδρος της ΕΟΚ μαιευτήρας Μενέλαος Λυγνός που επισκέφθηκε τον Μπαντουβομανόλη στη Δίκτη το Πάσχα (25 Απρίλη) του 1943. Πιθανότατα του μετέφερε γράμμα του αρχιπράκτορα τότε των Βρετανών Πάτρικ Λη Φέρμορ γνωστό στην Κατοχή ως Μπαντουβομανόλης πήγε μέσα του Μάη και φαίνεται ότι ο Λη Φέρμορ πέτυχε τη μετάστασή του, αλλά διάσπαση του αντάρτικου δεν έγινε και δεν έγινε γιατί την εποχή αυτή δεν την ήθελε κανείς.

Δεν την ήθελε το ΕΑΜ λόγω αρχών. Ήθελε ενότητα.

Δεν την ήθελαν οι Βρετανοί γιατί δεν είχαν ακόμη την δυνατότητα να εξουσιάζουν τον Μπαντουβά και δεν την ήθελε ο ίδιος ο Μπαντουβάς γιατί δεν μπορούσε πουθενά αλλού να βρει τη στήριξη που είχε από τις περιοχές του πανεαμισμού των επαρχιών Μεραμπέλου, Ιεράπετρας και Βιάννου.

Έπρεπε να βρεθεί η κατάλληλη ευκαιρία την οποία οι Βρετανοί περίμεναν προετοιμάζοντας το κατάλληλο έδαφος. Προετοιμάζοντας την απόβαση στην Ιταλία είχαν διαδώσει δήθεν εμπιστευτικά ότι ετοιμάζεται απόβαση και στην Κρήτη για να παραπλανήσουν τους Γερμανούς και να κρατήσουν στο νησί τις δύο ενισχυμένες μεραρχίες τους και τις άλλες δύο Ιταλικές. Οι διαδόσεις κατευθύνονταν έντεχνα και προς τον Μπαντουβά εμπλουτισμένες μάλιστα με το ότι η απόβαση θα γίνει στα ανατολικά νότια παράλια. Στον ίδιο τον Μπαντουβά οι Βρετανοί αρνούνται να επιβεβαιώσουν τις διαδόσεις αλλά με τρόπο που πείθει τον Μπαντουβά ότι του κρύβουν την αλήθεια ιδιαίτερα μετά την επιτυχή απόβαση στην Ιταλία και την πτώση του Μουσολίνι. Τον Αύγουστο ο Βρετανός αρχιπράκτορας που είχε αναλάβει την κατήχηση και καθοδήγηση του Μπαντουβά, μεταφέρει τον ασύρματο και την έδρα του στη Δίκτη κοντά στο αντάρτικο Λημέρι. Ειδοποιεί τον Μπαντουβά ότι θα του ρίξουν όπλα, πυρομαχικά και άλλα εφόδια. Η ώρα της οριστικής διάσπασης προετοιμάζεται μεθοδικά από τους Βρετανούς. Ο Μπαντουβάς επιστρατεύει επιλεκτικά φίλους του και το ΕΑΜ που το αντιλαμβάνεται ενισχύει την αντάρτικη δύναμή του. Από σαράντα περίπου αντάρτες του Ιουλίου ο αριθμός ανεβαίνει κοντά στους διακόσιους από τους οποίους τα τέσσερα πέμπτα είναι επιλεγμένοι από τον Μπαντουβά. Το ΕΑΜ στέλνει επιτροπή στο λημέρι για να δει τι ακριβώς συμβαίνει και διαμαρτύρεται για την διόγκωση του αντάρτικου και μάλιστα επιλεκτική χωρίς συνεννόηση με την ηγεσία του ΕΑΜ και ο Μπαντουβάς τους δηλώνει “Εγώ την οργάνωση την έκαμα για να δίδω εγώ διαταγές σ’αυτή και όχι αυτή σε μένα”.

Επέρχεται η διάσπαση και ο Μπαντουβάς αποφασίζει να εκβιάσει τους Βρετανούς ν’αποκαλύψουν την αναμενόμενη απόβαση όπως πιστεύει.

Διατάσσει την εξουδετέρωση των δύο Γερμανών που μένουν στην Σύμη. Το απόσπασμα που αναλαμβάνει την αποστολή τους σκοτώνει.

Οι Γερμανοί στέλνουν ένα απόσπασμα δύναμης περίου δύο διμοιριών για να τιμωρήσει το χωριό.

Ο κίνδυνος αποκαθιστά την ενότητα του αντάρτικου που περιμένει σε ενέδρα το Γερμανικό απόσπασμα και το εξοντώνει πιάνοντας και 12 αιχμαλώτους. Οι Βρετανοί αποδοκιμάζουν την ενέργειά του.

Οι Γερμανοί αποφασίζουν να ξεκαθαρίσουν και το αντάρτικο και τα στηρίγματά του. Δύο χιλιάδες στρατός ζώνει τη Δίκτη και επιτίθεται σε είκοσι χωριά της Βιάννου και της Ιεράπετρας καίγοντας και σκοτώνοντας ό,τι βρίσκουν ζωντανό.

Οι Βρετανοί και η ΕΟΚ εγκαταλείπουν τον Μπαντουβά να αντιμετωπίσει μόνο του τη λαίλαπα που προκάλεσε. Ο Μπαντουβάς καταλαβαίνει επιτέλους την αληθεια και ζητά βοήθεια από τους στρατιωτικούς ηγέτες της ΕΟΚ του νομού Λασιθίου, τον αντ/ρχη Νικόλαο Πλεύρη και του νομού Ηρακλείου τον αντισυνταγματάρχη Αντώνη Μπετεινάκη. Ο Πλεύρης αρνείται, γιατί ξέρει την πραγματικότητα. Ο Μπετεινάκης σπεύδει με έξι επιτελείς του. Ο Μπαντουβάς του λέει ότι έχει να διοικήσει τέσσερις χιλιάδες ενόπλους. Ο Μπετεινάκης αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και αρνείται να φορτωθεί την ευθύνη μιας βέβαιης ήττας και τις τρομερές συνέπειές της στο αντιστασιακό κίνημα και το λαό της Βιάννου και της Ιεράπετρας και του Ηρακλείου γενικότερα.

Το αντάρτικο διαλύεται. Ο Μπαντουβάς καταδιωκόμενος και μαχόμενος και ανεπιθύμητος φεύγει προς τα δυτικά ακολουθώντας τις οδηγίες των Βρετανών για φυγάδευση του και πενήντα περίπου στενών συμμαχητών του στην Αίγυπτο. Οι πρώτοι σκοποί των Βρετανών επιτεύχθηκαν.

Το εαμικό αντάρτικο διαλύθηκε, τα κύρια στηρίγματά του καταστράφηκαν. Το ΕΑΜ υπέστη καίριο πλήγμα.

Ο Μπαντουβάς έμεινε στη διάθεση των Βρετανών.

Μένουν οι μεταπολεμικές επιδιώξεις τους που ο Μπαντουβομανόλης τις διατυπώνει με καταπληκτική σαφήνεια στη σελ. 355 των Απομνημονευμάτων του γραμμένα από τον Αντώνη Σανουδάκη “Περνώντας απούτο Άνω Μέρος μας επερίθλαψε και μας επροσδιόρισε σημείο που πρέπει να μείνομε ο γιατρός Κατσαντώνης και ο παπάς Κυριάκος. Εκεί επήραμε σύνδεση με τον ασύρματο τον οποίο διεύθυνε ο Τομ (εννοεί τον αρχιπράκτορα Τομ Ντάμπαμπιν) και τον Αντώνη Ζωϊδάκη. Εκεί εκαθίσαμε περίπου δέκα μέρες. Μου είπε ο Τομ ότι:

“Οπωσδήποτε πρέπει να πας στο Στρατηγείο Μέσης Ανατολής οι οποίοι σε ζητούνε δια να δούνε με τι τρόπο θα οργανώσομε μετά την απελευθέρωση στην ύπαιθρο και πρέπει να πας οπωσδήποτε στη Μέση Ανατολή. Εσυμφώνησα” και φυσικά οι Βρετανοί δεν ελογάριαζαν να ιδρύσουν σχολεία και νοσοκομεία ούτε να κάμουν έργα εγγειοβελτιωτικά ή οδοποιΐας. Τον εμφύλιο σπαραγμό των Ελλήνων ετοίμαζαν και τον έβαλαν σ’εφαρμογή από τη συμφωνία του Λιβάνου πριν την απελευθέρωση και με τα Δεκεμβριανά μετά την απελευθέρωση παρασύροντας και την άπειρη ηγεσία του ΕΑΜ στην αρχή και των κομμουνιστών αργότερα στον τρομερό εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε και έγινε αιτία η ένδοξη πατρίδα μας που πρώτη πολέμησε νικηφόρα το φασίστα επιδρομέα στην Ευρώπη και δίδαξε στους λαούς της Ευρώπης την Εθνική Αντίσταση, να είναι μεταξύ των ηττημένων του πολέμου.

Αλλά αυτά είναι αντικείμενο άλλης ομιλίας σε άλλο χώρο. Για να δικαιωθεί η θυσία των συμπατριωτών που τιμούμε σήμερα ας ευχηθούμε να είμαστε ενωμένοι και αγαπημένοι οι Έλληνες και ν’αγωνισθούμε να μην ξανάρθει φασισμός και πόλεμοι στη χώρα μας και να σταματήσουν αυτά που τώρα γίνονται παντού.



* Ο Δημοσθένης Ραπτόπουλος είναι συνταξιούχος μηχανικός, ερευνητής της Ιστορίας της Εθνικής Αντίστασης 1941-45.

Το κείμενο αποτελεί την ομιλία του στην 60η επέτειο του Ολοκαυτώματος το 2003 στο Σύλλογο Βιαννιτών Αθήνας “Ο Διαβάτης”.





Στατιστικά Άρθρου
Αρθογράφος:
Πατρίς

Ημερομηνία δημοσίευσης:
9/9/2006

Εκτύπωσε Άρθρου
Εκτύπωση Άρθρου

Αποστολή με email
Αποστολή με email

Προσθήκη στα bookmarks
Προσθήκη στ' Αγαπημένα

ΕλαχιστοποίησηΑναζήτηση
Αναζήτηση στις ειδήσεις του patris.gr


Πνευματικά Δικαιώματα 1998 - 2002 © Εκδόσεις Α. Μυκωνιάτη Α.Ε.Αναφορά Προβλήματος | Όροι Χρήσης | Επικοινωνία | Ταυτότητα
Developed by WISE Advanced Solutions