ΠΑΤΡΙΣ :: Προεκτάσεις :: Εμφάνιση άρθρου
Περιεχόμενα
 Κρήτη
 Ελλάδα/Κόσμος
 Αθλητισμός
 Πολιτισμός & Διασκέδαση
 Επιστήμη & Τεχνολογία
 Εκπαίδευση
 Οικονομία
 Ύπαιθρος
 Προεκτάσεις
 Πληροφορίες
 Υπηρεσίες
 Αφιερώματα
 Ιστορίες με... ουρά
Ψηφοφορία
Ποια είναι η κυριότερη αιτία για την πτώση του ηρακλειώτικου ποδοσφαίρου και την «εξαφάνιση» του από τις επαγγελματικές κατηγορίες;
Η κακή διαχείριση από πλευράς διοικήσεων των ΠΑΕ και η μη αξιοποίηση των ταλέντων των ομάδων.
Η γενικότερη οικονομική κρίση
Η έλλειψη στήριξης από την τοπική κοινωνία
Η ανεπάρκεια ποδοσφαιρικού δυναμικού σε επίπεδο παικτών, προπονητών και παραγόντων.


Eκθεση ευθύνης

Του Κώστα Κωνσταντίνου*

Ζούμε στην εποχή των νοητικών σχημάτων, σε ένα κόσμο που διατείνεται ότι σκέφτεται πριν από μας για μας, που προωθεί το εμπόρευμά του με καλοδιαφημισμένα κλισέ. Και του πουλιού το γάλα - αλλά μόνο για τους λίγους.

Εάν αυτό δεν είναι επαρχιωτισμός τότε τι είναι; Όταν δεν μπορεί κανείς να αντιληφθεί τα διαχρονικά και παγκόσμια ρεύματα των αξιών και μένει καθηλωμένος στο στενό του περίγυρο; Γιατί, τι άλλο κάνει ο επαρχιωτισμός των νοητικών σχημάτων εκτός από το να στερεί από τους ανθρώπους την ικανότητα να δουν πέρα από την προσωπική τους σφαίρα; Τέτοιου είδους επαρχιωτισμός δεν είναι βέβαια χαρακτηριστικό της επαρχίας (με τους χωρικούς ναι - με τους χωριάτες όχι), όπως την καταλαβαίνουμε από γεωγραφικής πλευράς. Επαρχιωτισμός μπορεί να υπάρχει και μέσα στο αστικό περιβάλλον της πόλης. Αντίθετα, υπάρχουν περιπτώσεις όπου στο χωριό μπορεί κανείς να έχει αντίληψη των πραγμάτων χωρίς να εγκλωβίζεται στον πολιτιστικό του μικρόκοσμο. Αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκην συσσώρευση πληροφοριών - όπως κατάντησε δυστυχώς να είναι η παιδεία μας. Προϋποθέτει όμως ανοικτά μυαλά, έτοιμα να μάθουν, επειδή διψούν για γνώση.

Στην υποκουλτούρα αυτή της χειραγωγημένης σκέψης η πλατωνική διάταξη της ψυχής (με το λογιστικόν να κυριαρχεί στο θυμοειδές, το οποίο με τη σειρά του υποτάσσει το επιθυμητικόν) καταργείται και η βάση γίνεται κορυφή. Είναι ό,τι υποδαυλίζει τα πιο χαμηλά, για να μην πω και τα πιο ζωώδη ένστικτα του ανθρώπου. Είναι το κυνήγι του εντυπωσιασμού και εντέλει η κατάργηση της ίδιας της σκέψης. Η υποκουλτούρα εμπλέκεται σε όλους τους τομείς που εμφανίζεται ο πολιτισμός και παρουσιάζεται ως μία αγενής και προσβλητική διαστρέβλωσή του. Βρίσκεται στο χαμηλής ποιότητας τραγούδι, στα ξενυχτάδικα, στο αισχρό και προπαγανδιστικό τηλεοπτικό θέαμα, στην ισοπεδωτική επιβολή της μόδας, στην προσοδοφόρα πρωταθλητική λογική, στην ασυλλόγιστη και εγκληματική κακοποίηση του περιβάλλοντος. Συναντάται στην πολιτική με την ακατάσχετη υποσχεσιολογία μέσω της ανέξοδης διασποράς ονείρων και προσδοκιών.

Συχνάζει όμως και σε χώρους όπου κανονικά θα έπρεπε να απουσιάζει, όπως είναι η παιδεία. Γιατί τι άλλο από υποκουλτούρα είναι η χρησιμοθηρική αντιμετώπιση της γνώσης που δυναμιτίζει το αίσθημα ευθύνης του αυριανού πολίτη; Όλα αυτά είναι μερικοί που ξέρουν καλά τόσο και να τα πωλούν, όσο και να σπρώχνουν τους άλλους να τα αγοράζουν. Κραυγάζουν με τη βοή του όχλου και νομίζουν ότι ομιλούν με τη φωνή του λαού. Προωθούν το κέρδος των εμπορευματοπαραγωγών και διατείνονται ότι αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα του πολίτη. Η καπήλευση αυτή της συλλογικής ψυχής δυναμιτίζει τη δημοκρατία, εκμαυλίζει τις ψυχές των ανθρώπων και οδηγεί στην αποξένωση και στην παραβατική συμπεριφορά.

Το μάθημα της γλώσσας δεν θα μπορούσε δυστυχώς να μείνει έξω από αυτές τις «καταξιωμένες» δια πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν συνταγές. Το περίεργο όμως είναι ότι, παρ όλο που καυχόμαστε ότι ζούμε σε μια μοντέρνα εποχή, εντούτοις τα πολυκαιρισμένα εκφραστικά σετ, πρωτεϊκά πάντα, βρίσκουν τον τρόπο να ταιριάζουν σε κάθε εγκεφαλικό σάιζ. Με άλλα λόγια: να μάθουν τα παιδιά μερικούς προλόγους, να αποστηθίσουν δυο τρεις επιλόγους και όλα τα άλλα είναι εύκολα: θα ρίξουν μερικά «επαγωγικά σκεπτόμενοι», θα «προβούν σε κάποιες ενέργειες», θα αναμείξουν την «πολιτεία» με την «κοινωνία» και θα τα βάλουν με το «κράτος». Θα αντικαταστήσουν τον «άνθρωπο» με τον «καταναλωτή», θα ανταλλάξουν το «πρόσωπο» με το «άτομο», την «ευμάρεια» με την «ευτυχία», χωρίς να ξεχάσουν να αναφερθούν στην «ανοχή» αντί της «αγάπης», πολύ της μόδας η πολυπολιτισμική κοινωνία. Θα γκρινιάξουν γενικώς, θα τα βάλουν με όλους, θα ελεηνολογήσουν την κατάντια μας. Στο τέλος όμως θα αναφερθούν στην ελπίδα της παιδείας και, αφού τα δουν όλα μέσα στη μαυρίλα, ως γέροντες ιλλουμινάτοι, θα προτείνουν λύσεις για τους δαιδαλώδεις δρόμους της ανθρώπινης βλακείας. Ναι. Τα παιδιά της εφηβείας.

Δυστυχώς, μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον καλείται ο σημερινός μαθητής να ισορροπήσει: από τη μια η «κοινωνία» και από την άλλη το «σχολείο»: σε μια κοινωνία ριαλιτζήδων και μπιγκμπραδεριστών, όπου αφορισμοί του τύπου «το σχολείο δεν προσφέρει τίποτα» ή «το σχολείο διδάσκει άχρηστα πράγματα» προβάλλονται ως το άλλοθι της πνευματικής νωθρότητας. Διαμπερής διανοητική τρύπα. Με τέτοια κοινωνία δεν θέλουμε να έχει το σχολείο καμία σύνδεση. Εκπαίδευση που δεν ονειρεύεται πάντα μία συνεχώς καλύτερη κοινωνία δεν έχει λόγο ύπαρξης. Διαφορετικά, πράγματι καλό σχολείο είναι το καμένο σχολείο...

Άραγε αυτός να είναι ο λόγος που είναι αντιφατικός ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται το μάθημα της έκθεσης τόσο από γονείς, όσο και από μαθητές; Γιατί, ενώ γενικά θεωρείται ένα δύσκολο μάθημα (τουλάχιστο ως προς το θέμα των πανελλαδικών εξετάσεων), εν τούτοις ελάχιστοι πείθονται ότι η προσπάθεια που χρειάζεται να καταβληθεί πρέπει να είναι και του ανάλογου μεγέθους. Και οι μεν μαθητές δικαιολογούνται: δεν μπορείς από αυτούς που δουλειά σου είναι να διαπαιδαγωγήσεις (ως γονιός ή ως δάσκαλος) να θεωρείς ότι πρέπει συγχρόνως να συμπεριφέρονται και ως ήδη διαπαιδαγωγημένοι. Δεδομένη η ευθύνη του δασκάλου, αυτονόητη του γονιού. Να εξηγηθούμε.

Υπάρχει στους πολλούς διάχυτη η εντύπωση ότι έκθεση σημαίνει να γράφεις με «ωραίο» τρόπο (κυρίως να γράφεις χωρίς να μιλάς), να κάνεις «ωραία» γράμματα, χωρίς ορθογραφικά λάθη, να λες «πολλά». Να το ξεκαθαρίσουμε. Ελάχιστη, μα πραγματικά ελάχιστη, σχέση έχουν τα ωραία γράμματα και τα ορθογραφημένα κείμενα με την ουσία της έκθεσης. Ακόμα λιγότερο η φλυαρία. Ωραία έκθεση σημαίνει παράθεση επιχειρημάτων, σημαίνει τεκμηρίωση, σημαίνει προβληματισμό, ενημέρωση, σημαίνει βέβαια και γνώση της δομής της γλώσσας. Σημαίνει πάνω απ όλα το πόσο μπορείς να χρησιμοποιείς τις λεπτεπίλεπτες διαφορές των υλικών της γλώσσας, που είναι οι ήχοι και οι λέξεις, για να μπορείς να εκφράσεις αυτό που νιώθεις και διακρίνεις. Να αποδείξεις ότι κρίση σημαίνει διάκριση. Η γλώσσα εξισώνεται με τη σκέψη και η σκέψη με τη γλώσσα. Είναι οι δύο πλευρές του ιδίου χαρτιού. Δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει το ένα και να μην εξαφανισθεί διαμιάς και το άλλο.

Γιατί έρχονται συχνά γονείς στο σχολείο, γονείς κυρίως παιδιών της τρίτης Λυκείου - μερικούς μήνες πριν τις πανελλήνιες εξετάσεις - και με ρωτάνε με μια αφοπλιστική απορία: «δάσκαλε ποιο είναι το μυστικό της έκθεσης, πώς μπορεί το παιδί μου να γράψει καλά;». Απαντώ ότι δεν το γνωρίζω αλλά και ότι, αν το γνώριζα, δεν θα μπορούσα δυστυχώς να το μεταδώσω τώρα. Γιατί για να γράψει κάποιος καλά πρέπει πρώτα να μπορεί να πει καλά. Και για να πει καλά πρέπει πρώτα να ακούει, για να μάθει να σκέφτεται. Δεν γνωρίζω λέω. «Ίσως αν το παιδί σας βρισκόταν στην πρώτη Γυμνασίου, για να μην πω και στην πρώτη του Δημοτικού, ίσως θα ήταν ευκολότερο». Γιατί στην περίπτωση μας το μυστικό αποκαλύπτεται από αυτόν τον ίδιο που ακούει και σκέφτεται και όχι από εκείνον που δίνει χρησμούς.

Είναι όπως τα μεγάλα ποτάμια που ποτέ δεν ξεκινούν κατευθείαν από μεγάλες πηγές, μόνο συγκεντρώνουν πολλές μικρές μαζεμένες που τελικά συντρέχουν και στην πραγματικότητα κατασκευάζουν το μεγάλο ποτάμι. Τι σημαίνει αυτό; Ότι από την ώρα που γεννιέται το παιδί πρέπει οι γονείς να φροντίσουν ιδιαίτερα τη γλωσσική του ανάπτυξη, μιλώντας του για τη ζωή και συζητώντας αργότερα για τις πλευρές της. Και όχι να νομίζουν απλά ότι μεγαλώνοντας θα μάθει. Αντίθετα, ας γνωρίζουν οι γονείς ότι τελικά πάντα είναι αργά. Να σπρώξουν τα παιδιά τους να είναι μέσα στα κοινωνικά προβλήματα, να διαβάζουν εφημερίδες και βιβλία, να αναζητούν ένα σοβαρό δελτίο ειδήσεων. Έτσι θα αφήσουν κατά μέρος τις συνήθεις δικαιολογίες ότι δήθεν δεν υπάρχει χρόνος. Ο χρόνος είναι κάτι που ανευρίσκεται. Να τους μάθουν να μην αφήνουν την ιστορία να γλιστρά δίπλα τους για να την αναζητήσουν μάταια αργότερα στα βιβλία. Τότε οι ήχοι δεν θα καταγράφονται, τα χρώματα δεν θα ζωντανεύουν… Επομένως, όλοι οι γονείς πρέπει να κατανοήσουν ότι το κυριότερο που χρειάζονται τα παιδιά τους είναι να βρεθεί εκείνος ο τρόπος που θα τα σπρώξει ώστε να ασχοληθούν με πραγματικό ενδιαφέρον και από μικρή ηλικία με αυτά τα περίφημα «θέματα της έκθεσης». Θα είναι ίσως ένα από τα κυριότερα εφόδια για τη ζωή τους.

Να είμαστε όμως και ρεαλιστές. Δεν υπάρχει σχολείο, ούτε πρόκειται πιθανόν να υπάρξει, στο οποίο οι μαθητές να κλαίνε επειδή έρχεται κάθε μεσημέρι η ώρα να το εγκαταλείψουν και συγχρόνως να ανυπομονούν, πότε θα περάσει η νύχτα για να επιστρέψουν γρήγορα στις σχολικές αίθουσες… Μπορεί όμως να υπάρξει κάτι άλλο: ο δάσκαλος του οποίου οι μαθητές όχι μόνο δεν θα χαίρονται απαραίτητα, όταν κτυπά το κουδούνι για έξω, αλλά ούτε και θα περιμένουν με βαριεστιμάρα, αν όχι και με φόβο, την ώρα της εισόδου στην αίθουσα διδασκαλίας. Για να είναι έτσι σε θέση να απαιτεί και από το γονιό. Έτσι μόνο μπορεί να υπάρξει και ο γονιός του οποίου το παιδί θα έχει μεγαλώσει εξ απαλών ονύχων μέσα στην οικογενειακή ευαισθησία της ανθρωπιστικής παιδείας. Για να μπορεί πλέον δικαιολογημένα να ζητά ευθύνες και από το δάσκαλο.

Ο Κώστας Κωνσταντίνου είναι δ. φ.

ccn@altecnet.gr





Στατιστικά Άρθρου
Αρθογράφος:
Πατρίς

Ημερομηνία δημοσίευσης:
4/3/2006

Εκτύπωσε Άρθρου
Εκτύπωση Άρθρου

Αποστολή με email
Αποστολή με email

Προσθήκη στα bookmarks
Προσθήκη στ' Αγαπημένα

ΕλαχιστοποίησηΑναζήτηση
Αναζήτηση στις ειδήσεις του patris.gr


ΕλαχιστοποίησηΣχετικά Forums
Δεν υπάρχουν σχετικά forums
Πνευματικά Δικαιώματα 1998 - 2002 © Εκδόσεις Α. Μυκωνιάτη Α.Ε.Αναφορά Προβλήματος | Όροι Χρήσης | Επικοινωνία | Ταυτότητα
Developed by WISE Advanced Solutions