ΠΑΤΡΙΣ :: Προεκτάσεις :: Εμφάνιση άρθρου
Περιεχόμενα
 Κρήτη
 Ελλάδα/Κόσμος
 Αθλητισμός
 Πολιτισμός & Διασκέδαση
 Επιστήμη & Τεχνολογία
 Εκπαίδευση
 Οικονομία
 Ύπαιθρος
 Προεκτάσεις
 Πληροφορίες
 Υπηρεσίες
 Αφιερώματα
 Ιστορίες με... ουρά
Ψηφοφορία
Ποια είναι η κυριότερη αιτία για την πτώση του ηρακλειώτικου ποδοσφαίρου και την «εξαφάνιση» του από τις επαγγελματικές κατηγορίες;
Η κακή διαχείριση από πλευράς διοικήσεων των ΠΑΕ και η μη αξιοποίηση των ταλέντων των ομάδων.
Η γενικότερη οικονομική κρίση
Η έλλειψη στήριξης από την τοπική κοινωνία
Η ανεπάρκεια ποδοσφαιρικού δυναμικού σε επίπεδο παικτών, προπονητών και παραγόντων.


Ασκήσεις ειλικρίνειας

Μοίρα της ύλης είναι να καταλήγει πάντα σε μορφή. Το ίδιο και η γλώσσα. Ένα σύνολο ύλης που δεσμεύει έννοιες και τις μετατρέπει σε σημασίες με τη μορφή των ήχων. Αυτός ο συνδυασμός είναι μοναδικός, αφού η κάθε γλωσσική μαρτυρία αναδεικνύει το γέννημα της ευτυχούς (ως προς το αποτέλεσμα) συνάντησης του χώρου με το χρόνο, του γεγονότος με την περιγραφή - για τη χρήση του. Πολύτιμη διαχρονική αποθήκη του ανθρώπινου πολιτισμικού προϊόντος.

Θα δώσω ένα παράδειγμα. Στη Σανσκριτική, μία από τις βασικές αρχαίες γλώσσες της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας, η λέξη-έννοια για την υποδιαίρεση του χρόνου δηλώνεται με τον ήχο kala που σημαίνει συγχρόνως και τον τροχό στην (ετυμολογικά ίδια) λέξη cakra. Ο χρόνος περιστρέφεται, όπως η μέρα με τη νύχτα: του κύκλου τα γυρίσματα - kalacakra στα Σανσκριτικά, η ρόδα του χρόνου. Στην Ελληνική η ρίζα της λέξης αυτής, λόγω της αρχικής παρουσίας των λεγόμενων χειλοϋπερωϊκών φθόγγων στην από ανασύνθεση υποτιθέμενη μαμά πρωτογλώσσα, εμφανίζεται στο πέλω (είμαι σε κίνηση, στρέφομαι γύρω από κάτι), ενώ στη Λατινική το αντίστοιχο ακριβές ισοδύναμο είναι το colo (επιμελούμαι > κουλτούρα). Ηχητική παρουσία και των δύο έχουμε στα Ελληνικά αι-πόλος (γιδοβοσκός) και βου-κόλος (αγελαδάρης). Σ' αυτές τις γλώσσες όμως ο κύκλος (από την ίδια ρίζα, όπως και το αγγλ. wheel) δεν σημαίνει και το χρόνο. Άλλες εποχές, άλλοι τόποι, διαφορετικές παρατηρήσεις και συνδέσεις. Άλλος ο χρόνος, άλλος ο τροχός και ανεπανάληπτος ο συγκερασμός και των δύο στο kalacakra. Δεν υπάρχει αν-εδαφική και ά-χρονη λέξη. Ούτε επαναλαμβανόμενη. Η κατά λέξη μετάφραση είναι αδιανόητη. Η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας είναι κυρίως ζήτημα μορφών και όχι εννοιών. Όλοι γνωρίζουν τι είναι το δέντρο αλλά πολύ λιγότεροι τα αντίστοιχα arbor (λατ.), arbre (γαλλ.), tree (αγγλ.) baum (γερμ.).

Δεν διάλεξα το παράδειγμα από τη Σανσκριτική τυχαία. Ήθελα έτσι να δείξω ότι ο χρόνος δεν ανακυκλώνεται απλώς αλλά ανακυκλώνει και προβλήματα συγχρόνως. Γι' αυτό λέμε ότι χρονίζουν, όταν παραμένουν άλυτα και τα βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας. Γύρισε λοιπόν και φέτος ο κύκλος του χρόνου. Η νέα σχολική περίοδος αρχίζει και οι συζητήσεις γυροφέρνουν ξανά και ξανά τα άλυτα εκπαιδευτικά προβλήματα, όπως οι μέλισσες το κερί. Δεν θα αναφερθώ ούτε στην έλλειψη εκπαιδευτικού προσωπικού, ούτε στο θέμα της υλικοτεχνικής υποδομής, ούτε στη σχοινοβατούσα Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη. Θα μιλήσω για ένα ζήτημα, κατά την άποψή μου καθαρά ιδεολογικό. Πιστεύω άλλωστε ότι όλες οι συνειδητές ενέργειες των ανθρώπων, στο σημείο που δεν καθορίζονται από τους αυστηρούς και απαράβατους φυσικούς νόμους (αναπνέεις επειδή χρειάζεσαι ενέργεια), έχουν ιδεολογική βάση. Ο περιβόητος νόμος της αγοράς, ας πούμε, καθορίζεται κάθε φορά από τη στάση που έχουν οι άνθρωποι απέναντι στην κατανάλωση, που με τη σειρά της οφείλεται σε συγκεκριμένα κίνητρα. Σκεφτείτε μόνο τι θα γινόταν, εάν εφαρμοζόταν η ευαγγελική προτροπή (Λουκά, 3, 11, 2) «αυτός που έχει δύο χιτώνες να δίνει σ' αυτόν που δεν έχει και το ίδιο να κάνει και αυτός που έχει φαγητό»! Επομένως, οι επιδιώξεις και οι επιθυμίες των ανθρώπων είναι η κινητική ενέργεια που κατευθύνει την ευρύτερη κοινωνική ζωή.

Ιδεολογική είναι και η στάση μας απέναντι στο θέμα της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών. Σε σημείο που να καταντά ιδεοληψία. Αλήθεια, τι εννοούμε με αυτό τον όρο; Ερωτώ όσους ανησυχούν, γιατί αντιμετωπίζω ως αυτονόητη ματαιότητα την προσπάθεια να πείσει κανείς τους αδαείς για την αξία τους (είναι σαν να προσπαθεί να πείσει για την ανάγκη γνώσης των τεσσάρων μαθηματικών πράξεων, επειδή τα κομπιουτεράκια στις λαϊκές πωλούνται σχεδόν τζάμπα…). Το έχει αποφασίσει προ πολλού ο παγκόσμιος πολιτισμός και η ιστορία. Όσοι θέλουν, ας καταργούνται αυτοαναιρούμενοι. Εάν υπάρχουν επίσης ακόμα άνθρωποι που νομίζουν ότι η μορφή της γλώσσας χωρίζει τους ανθρώπους σε προοδευτικούς και συντηρητικούς, ας ησυχάσουν. Οι πολιτικοί φροντίζουν για όλα…

Επειδή κάθε εκπαιδευτικό σύστημα για να πετύχει πρέπει να λαμβάνει υπόψιν του πάνω απ' όλα το μαθητή και τις ιδέες του, θα προχωρήσω συμπυκνώνοντας μία φανταστική (αλλά καθ' όλα ρεαλιστική απάντηση) ενός υποθετικού μαθητή από τη σχολική αίθουσα: «Τα Αρχαία», δάσκαλε, «είναι η γλώσσα που μιλούσαν οι πρόγονοί μας για πολλούς αιώνες πριν από εμάς. Μοιάζουν με την Καθαρεύουσα αλλά είναι ακόμα πιο δύσκολα. Είναι και αυτές οι δασείες, οι ψιλές και οι περισπωμένες... Είναι μια δυσνόητη και συχνά ακαταλαβίστικη γλώσσα. Παρόλο που κάποιες λέξεις της ακούγονται όπως οι δικές μας και σημαίνουν το ίδιο πράγμα με σήμερα, στο τέλος τα κείμενα που μας βάζετε παραμένουν τις πιο πολλές φορές κρυμμένο μυστικό. Δεν ξέρω τι θέλουμε από τα Αρχαία. Γιατί δηλαδή να μας υποχρεώνει το σχολικό πρόγραμμα να σπαταλάμε τόση ενέργεια ώστε να μάθουμε μια γλώσσα νεκρή; Γιατί να μην τα διδασκόμαστε όλα από μετάφραση; Ούτε μπορώ να καταλάβω πώς θα με βοηθήσουν να βρω δουλειά, εκτός αν επιμείνω να γίνω φιλόλογος». Και η χαριστική βολή: «Σε τι χρησιμεύουν»;

Λόγια σκληρά, απορίες δικαιολογημένες. Πικρές αλήθειες αλλά όμως και κατασκευασμένες εντυπώσεις. Πρώτη η πραγματικότητα: μόνο ενώπιον του Θεού και του γλωσσολόγου μπορεί η γλώσσα μας να είναι μία (δυστυχώς όμως κανένας τους δεν κάθεται πια στα μαθητικά θρανία). Δεύτερη η επιβεβαίωση: τα Αρχαία ακούγονται ξένα στο αυτί του μαθητή. Τρίτη η διαπίστωση: ο μαθητής δεν πείθεται για την σκοπιμότητα της διδασκαλίας τους. Τέταρτη η αλήθεια. Τα Αρχαία δεν έχουν ψωμί. Και κοντά στα παραπάνω η απλουστευτική αντίληψη ότι γενικώς οι πρόγονοί μας -«και τι μας νοιάζει γι' αυτούς;» - μιλούσαν Αρχαία (ποιοι, πού, πότε, τι είδους;). Να και η ψευδαίσθηση ότι μπορούμε, χωρίς απώλεια δήθεν του περιεχομένου, να κατακτήσουμε από μετάφραση οτιδήποτε. Για φανταστείτε όμως να «γνωρίζατε» τον Παπαδιαμάντη μόνο από το «Μοιρολόι της φώκιας» σε ξενόγλωσση μετάφραση ή να ήσασταν υποχρεωμένοι να δώσετε μια ανθοδέσμη με χέρια δικά σας αλλά με φωνή μεταφραστή; Πώς λοιπόν να μην είναι και τραγικό το συμπέρασμα ότι στην εκπαίδευση δεν έχει θέση ότι δεν εντάσσεται στην σύγχρονη στενότητα αυτού που ορίζεται ως «χρήσιμο»; Ποιος είναι ο υπεύθυνος; Μα το σχολείο φυσικά και εμείς οι δάσκαλοι, στο σημείο που ως πρόσωπα είμαστε τα εκτελεστικά όργανα της Πολιτείας.

Ξέρουμε από την άλλη ότι μεγάλες αντιθέσεις μεταξύ των γλωσσικών συστημάτων κατά κανόνα είναι υπεύθυνες για πολυάριθμες αρνητικές επεμβάσεις του ενός επάνω στο άλλο. Πολύ περισσότερο όταν η σύγκρουση δεν γίνεται μεταξύ της «επίσημης γλώσσας» αλλά της πραγματικής λαλιάς (του μαθητή για την περίπτωση) που δεν είναι άλλη από την ολοζώντανη καθημερινή του ομιλία ή τη διάλεκτό του. Όταν ένας ήδη καλοχωνεμένος κανόνας της ζωντανής γλώσσας του ομιλητή επεμβαίνει ασυνείδητα παραμορφώνοντας παλαιότερες μορφές του γλωσσικού συστήματος. Και αυτό, επειδή, όπως ο καθένας μπορεί από μόνος του να διαπιστώσει, πολλά στοιχεία της Αρχαίας Ελληνικής είναι πράγματι παρόντα στη σημερινή μας γλώσσα. Το γεγονός όμως αυτό της, ας το αποδεχτούμε, στατιστικά υψηλής παρουσίας τους δεν σημαίνει αυτόματα και μεγαλύτερη ευκολία στην κατανόηση. Προκαλεί, απεναντίας, μεγαλύτερη σύγχυση. Να γιατί πολλοί μαθητές (για να αναφέρω μερικά μόνο παραδείγματα) κλίνουν το αρχαίο άνθρωπος στην ονομαστική πληθυντικού ως οι ανθρώποι, γράφουν τη γενική ενικού του κόραξ ως κοράκου, αποδίδουν το αρχαίο οίδα με το νεοελληνικό είδα (λόγω της ηχητικής τους ομοιότητας) και δυσκολεύονται με τα θηλυκά της β' κλίσης (η οδός) και τα τριγενή και δικατάληκτα επίθετα (η αστείρευτος πηγή). Πολύ πιο σύνθετη είναι η κατάσταση στο συντακτικό (ετεροπροσωπία, λέγουσι τον ήλιον λίθον είναι) και σημασιολογικό επίπεδο (δύο αδελφάς εξέδωκα, πάντρεψα δύο αδελφές μου, και όχι όπως το νεοελληνικό εξέδιδε τις αδελφές του ή το μέγας βασιλεύς, Μέγας Βασίλειος!).

Ποιο είναι το συμπέρασμα από τα παραπάνω; Ότι όσο μικρότερη η συστηματική αντίθεση μεταξύ της μητρικής γλώσσας και αυτής που πρέπει να κατακτηθεί, τόσο λιγότερα και τα λάθη κατά τη διάρκεια της εκμάθησής της. Και βεβαίως, ως προς τις ξένες γλώσσες δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Για τα Αρχαία όμως νομίζω ότι μπορούμε. Μπορούμε στα πρώτα στάδια της διδασκαλίας να μειώσουμε την έντονη συστηματική αντίθεση των δυόμισι χιλιάδων χρόνων γλωσσικής ιστορίας κάνοντας την πορεία προς τα εκεί πιο ανώδυνη. Να αρχίσουμε δηλαδή όχι από την κλασική εποχή (εννοώ ως τύπος της γραμματικής, της σύνταξης και της σημασίας) αλλά από πιο γειτονικές ως προς εμάς περιοχές της γλώσσας μας. Να εξηγηθώ.

Ιδεοληψία είναι η προσδοκία (για να μην πω και η επιμονή) ότι με τη διδασκαλία, ήδη από τα πρώτα στάδια, πρωτότυπων κειμένων της Αρχαίας Ελληνικής το παιδί θα ανακαλύψει μέσα του, δίκην επιφοιτήσεως, τις ενοποιητικές εκείνες δυνάμεις που συνδέουν τη σημερινή μας γλώσσα με την παλαιότερη, επειδή δήθεν η Ελληνική είναι μία και ενιαία. Είπαμε. Για το Θεό και τους γλωσσολόγους. Κανένα όμως γλωσσικό σύστημα δεν είναι λειτουργικό, εάν δημιουργεί προβλήματα στους χρήστες του. Η συνεννόηση των ανθρώπων αρχίζει πρώτα από την επιφανειακή δομή της γλώσσας για να προχωρήσει κατόπιν βαθύτερα. Η μορφή είναι το κλειδί και συνάμα το διαβατήριο για το ξεδίπλωμα του λόγου. Για να κατανοήσει ο νους έννοιες πρέπει πρώτα απ' όλα να συνδέσει συγκεκριμένα μορφήματα - τους ελάχιστους συνδυασμούς ήχων που είναι φορείς σημασιών, όπως π.χ. δικασ-τής, όπου το -της δηλώνει το δράστη μιας ενέργειας - με συγκεκριμένες σημασίες. Αντίθετα, σήμερα βρισκόμαστε ενώπιον της τραγικής κατάστασης οι τελειόφοιτοι μαθητές μας να μην μπορούν να ξεχωρίσουν μεταξύ απαρεμφάτου, μετοχής και ρήματος (όσο για την κατεύθυνση της ψιλής και της δασείας, το σπίτι των ανέμων). Επομένως, η διδασκαλία της μορφολογίας είναι ένα καίριο ζήτημα που πρέπει να τεθεί, κατά την άποψή μου, ξανά στο κέντρο της διδασκαλίας (όχι όμως από την πρώτη στιγμή, εξηγούμε πιο κάτω). Και επειδή είναι αδιανόητη μία επιστροφή στη διδασκαλία αποκλειστικά στεγνών τύπων, θεωρώ ότι εκ των πραγμάτων μία οδός απομένει, εάν εξακολουθούμε ακόμα να θεωρούμε ότι υπάρχει κάτι καλό στη διδασκαλία από το πρωτότυπο: η αντιμετώπιση των Αρχαίων Ελληνικών με όρους ξένης γλώσσας.

Θα μου πείτε όμως ότι στη διδασκαλία των ξένων γλωσσών ουσιαστικά δεν διδάσκεται μορφολογία. Με μια διαφορά όμως. Πρόκειται περί ζωντανών γλωσσών που όχι μόνο το παιδί τις ακούει και βλέπει καθημερινά (τα Αγγλικά περισσότερο) αλλά και αντιπαρατίθενται με τη μητρική γλώσσα χωρίς τη σιωπηρή της συγκατάθεση (δεν έχουν δηλαδή κοινά και εν χρήσει στοιχεία με το μαθητή, όπως τα Αρχαία). Και το πιο σημαντικό: τα παιδιά ξεκινούν με κείμενα απλά και κατασκευασμένα, με διάλογους συνήθως. Αυτά τα κείμενα είναι ως εκ τούτου προβλέψιμα, κάτι που βοηθά το παιδί να συμπληρώσει από τη φαντασία του ότι δεν καταλαβαίνει, γιατί εύκολα προβάλλονται στα καθέκαστα της καθημερινότητας. Στην πορεία, νέα κείμενα συμπυκνώνουν όλη την προηγούμενη γνώση έχοντας πάντα κάτι καινούριο, μέχρι να φτάσει ο μαθητής σε ένα ελάχιστο επίπεδο, ώστε να μπορεί να αποδεχτεί και το πρωτότυπο.

Ενώ εμείς τι κάνουμε; Παρόλο που γνωρίζουμε ότι γλώσσες που δεν ακούγονται μαθαίνονται δυσκολότερα (πόσο μάλλον οι ανεπιστρεπτί περασμένες), εν τούτοις αρχίζουμε ήδη από την τρυφερή ηλικία της πρώτης του Γυμνασίου τη διδασκαλία με κείμενα που ρίχνουν το παιδί στον παράξενο κόσμο των μεγάλων (με ελάχιστες εξαιρέσεις) και προκαλούν, ενστικτωδώς τουλάχιστο, την απέχθεια. Μα, για σκεφτείτε από τα δώδεκα και δεκατρία να είστε υποχρεωμένοι να φιλοσοφήσετε; Άραγε γεννήθηκαν κατευθείαν ενήλικες οι αρχαίοι Έλληνες; Και παιδική ηλικία είχαν και παιδικά θέματα. Το μόνο που ελάχιστα μας διασώθηκαν.

Επιπλέον, η αντίληψη που θέλει να περιορίζει τα «Αρχαία» στην κλασική εποχή, αδιαφορεί για νεότερες γλωσσικές μορφές αλλά και σημασίες, όπως είναι λ.χ η περίπτωση της Καινής Διαθήκης, η οποία είναι βεβαίως πολύ πιο κοντά στα Νέα Ελληνικά και θα μπορούσε να αποτελέσει το συστηματικό εφαλτήριο για το άλμα προς τα πίσω, προς την κλασική Ελληνική. Εάν λοιπόν εγκαταλείψουμε την ιδέα ότι επειδή τα Αρχαία είναι παρόντα στα νέα ελληνικά ο μαθητής μπορεί εύκολα να τα ανακαλύψει μέσα του, λες και είναι κρυμμένα στα γονίδιά του, τότε θα προχωρήσουμε και στο επόμενο βήμα.

Τι πρέπει να γίνει; Μία εσφαλμένη προσέγγιση δεν σώζεται με την προσθήκη περισσότερων ωρών διδασκαλίας, γιατί κάνει την αίσθηση του προβλήματος εντονότερη και τη δυσφορία διαρκέστερη. Σήμερα, τόσο η ανάγνωση (άρα και η ακοή), όσο και το γράψιμο αρχαίων κειμένων κινούνται εκ των πραγμάτων στο περιθώριο του προγράμματος διδασκαλίας και εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από το μεράκι του δασκάλου. Καταρχήν, επιστροφή στις απλές προτάσεις (το παλιό αναγνωστικό του Ζούκη έχει μπόλικες, δεν αποκλείω ούτε κείμενα της Καθαρεύουσας). Θεωρώ πολύ σημαντικό να εξοικειωθεί το παιδί εξαρχής με τη διαφορετική οπτική και ακουστική εικόνα της Αρχαίας Ελληνικής. Θα αφιέρωνα πρώτα πρώτα χρόνο πολύ για τα απλούστερα, όπως είναι, ας πούμε, το τελικό -ν και η κατάληξη -σιν του τρίτου προσώπου του πληθυντικού. Σε ένα επόμενο στάδιο θα επέμενα στην κατανόηση του ρόλου του απαρεμφάτου. Προσοχή όμως: ως λέξης πλέον και όχι ως ρηματικού τύπου με διαφορετικές μορφολογικές εκδηλώσεις. Στη συνέχεια θα επέμενα με τον ίδιο τρόπο να κατανοηθεί η χρήση των μετοχών. Ύστερα θα ερχόταν η σειρά της απόλυτης γενικής, της ετεροπροσωπίας. Και όλα τα παραπάνω, επαναλαμβάνω, με απλές φτιαχτές προτάσεις, με ρηματικές και ονοματικές καταλήξεις που δεν προκαλούν δυσκολία. Για να αξιοποιήσω το ήδη γνωστό και για να μη θέσω τα δύο γλωσσικά συστήματα από την πρώτη στιγμή σε πλήρη αντιπαράθεση. Για να έρθει μετά και η σειρά επιλεγμένων μορφολογικών στοιχείων.

Εν τούτοις, τίποτα δεν μπορεί να επιτευχθεί, εάν ο νέος άνθρωπος (από όσο το δυνατόν μικρότερη ηλικία) δεν προικιστεί γενικότερα με τους θησαυρούς της γλώσσας, άρα και της σκέψης. Εάν δεν αντιληφθούμε όλοι το αυτονόητο, που δεν είναι δουλειά μόνο των φιλολόγων… Ότι δηλαδή γλώσσα και σκέψη δεν ξεχωρίζουν. Ότι είμαστε ελεύθεροι μέσα στην αιχμαλωσία τους και αιχμάλωτοι μέσα στην ελευθερία τους. Βούληση χρειάζεται, όραμα και ασκήσεις ειλικρίνειας από τον καθένα μας.

Κώστας Κωνσταντίνου, δ.φ. ccn@altecnet.gr





Στατιστικά Άρθρου
Αρθογράφος:
Πατρίς

Ημερομηνία δημοσίευσης:
26/9/2005

Εκτύπωσε Άρθρου
Εκτύπωση Άρθρου

Αποστολή με email
Αποστολή με email

Προσθήκη στα bookmarks
Προσθήκη στ' Αγαπημένα

ΕλαχιστοποίησηΑναζήτηση
Αναζήτηση στις ειδήσεις του patris.gr


ΕλαχιστοποίησηΣχετικά Forums
Δεν υπάρχουν σχετικά forums
Πνευματικά Δικαιώματα 1998 - 2002 © Εκδόσεις Α. Μυκωνιάτη Α.Ε.Αναφορά Προβλήματος | Όροι Χρήσης | Επικοινωνία | Ταυτότητα
Developed by WISE Advanced Solutions